Τους χώριζαν δεκαοκτώ χρόνια και για σημαντικό χρονικό διάστημα 2.200 χιλιόμετρα – όσο η Αθήνα από τη Ζυρίχη. Τους ένωναν... και τι δεν τους ένωνε, μαζί με την πίστη τους στα ιδανικά της ηθικής, πνευματικής και κοινωνικοπολιτικής ελευθερίας. Άφησαν στα κατάλοιπά τους φεύγοντας από τη ζωή, το 1977 ο πρώτος και το 2008 ο δεύτερος, μιαν αλληλογραφία που αφορά μεταξύ άλλων τον Μίκη Θεοδωράκη και «παραπέμπει» -ας μας συγχωρεθεί η παρέκβαση- στο ζηλευτό ποιοτικό επίπεδο επιστολών Κερκυραίων πνευματικών ανθρώπων την εποχή του Σολωμού και του Κάλβου.
Καλώς ήλθατε στον «κόσμο» της ιδιωτικής αλληλογραφίας του εκπαιδευτικού-παιδαγωγού Δημήτρη Πανδή (1901-1977) και του ποιητή-παιδαγωγού Ιάσονα Δεπούντη (1919-2008), αμφότερων βέρων Κερκυραίων.
Έρχεται στο φως με τον προβολέα του πανεπιστημιακού καθηγητή, Θεοδόση Πυλαρινού, σε δίτομη συλλογική έκδοση αφιερωμένη στη μνήμη του συναδέλφου του Αθανάσιου Φωτόπουλου για την προσφορά του στην Παιδεία και την Επιστήμη, με τον γενικό τίτλο «Συμπόσιον Πνευματικόν». Οι τόμοι μόλις κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη. Το κεφάλαιο με την αλληλογραφία Πανδή-Δεπούντη βρίσκεται στον δεύτερο τόμο και τιτλοφορείται «Ο πνευματικός επιστολικός διάλογος με τις αναμνήσεις του Κερκυραίου καθηγητή Δημήτρη Πανδή και του ποιητή Ιάσονα Δεπούντη».

Για τον δεύτερο, καθώς μόλις το 2024 έγινε στο Παλαιό Φρούριο της πόλης έκθεση υλικών για το έργο και τη ζωή του με τίτλο «Εξαιτίας σου, ποίηση, καίγεται ακόμα η Τροία» και έχει στο ενεργητικό του περισσότερες από δεκαπέντε ποιητικές εκδόσεις, με καινοτομική και μάλιστα τελείως προσωπική, θα λέγαμε, γραφή, δεν χρειάζονται ίσως πολλές συστάσεις· το έχουν οι ποιητές, όσο και να 'ναι, ένα κάποιο προνόμιο στη δημοσιότητα, αν και την απόφευγε εκείνος.

Δεν ήταν αυτό που λέμε κομμουνιστής, όπως ο πρώτος, ωστόσο λίγο μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών, θυμόμαστε, μια εφημερίδα των Κερκυραίων κομμουνιστών (βλ. πάνω απόσπασμα φύλλου του 1974 της εφημερίδας «ο αγώνας» από τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Κέρκυρας) τον ανέφερε πρώτο-πρώτο μεταξύ των ποιητών του νησιού που ανέδειξαν την Αντίσταση του λαού στην αδικία τα χρόνια της δεκαετίας του 1940 και βέβαια αργότερα πάλι και κατά την περίοδο της απριλιανής δικτατορία του 1967, οπότε αυτοεξορίστηκε οικογενειακώς στην Ελβετία και ανέπτυξε παιδαγωγικό έργο ως δάσκαλος σε Ελληνόπουλα, οικογενειών θυμάτων της χούντας και άλλων, σε επώνυμη παιδαγωγική κοινότητα - Παιδικό Χωριό στην πόλη Τρόγκεν, όπου δίδαξε και ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος. Ριζοσπάστης δημοκράτης, το 2000 είχε προλογίσει εξαιρετικά τις εκκωφαντικές «Φωνές» του Νίκου Μητσιάλη για τη μαρτυρική νησίδα Λαζαρέτο.
Τον Πανδή, όμως, που όλη του η ζωή θεωρήθηκε Μάθημα Παιδαγωγικής, αρκετοί τον ξέρουμε ίσως περισσότερο ως πατέρα του ερμηνευτή του Μίκη Θεοδωράκη, Πέτρου Πανδή, παρά γι' αυτό που ήταν, μολονότι από το 1990 ένας δρόμος στον κερκυραϊκό Νότο, στη γενέθλια γη του περιοχή της Λευκίμμης, φέρει το όνομά του.
Να πώς βρήκε ταιριαστό να τον περιγράψει «γεωγραφικά» ο Πυλαρινός στις εισαγωγικές σελίδες της μελέτης του: «Γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1901 στη νότια Κέρκυρα, στον συνοικισμό Μελίκια της μεγάλης κωμόπολης της Λευκίμμης, γνωστής από τα "Κερκυραϊκά" του 1ου βιβλίου των "Ιστοριών" του Θουκυδίδη, ο οποίος αναφέρει το ακρωτήριο της Λευκίμμης, όπου είχε στρατοπεδεύσει το πεζικό των Κερκυραίων (...) Το αδούλωτο φρόνημα των σύγχρονων κατοίκων της σε συνδυασμό με τον φιλοπαίγμονα και συχνά ανατρεπτικό χαρακτήρα τους εξηγεί την επαναστατική, αντιστασιακή εν πολλοίς, λογική τους και συνακόλουθα τον φιλελεύθερο χαρακτήρα τους, απόρροια τόσο της καταγωγής, όσο και μιας δημοκρατικής παράδοσης πολλών αιώνων στον ίδιο ευλογημένο από τη φύση τόπο». Όλα αυτά ήταν ο φιλόλογος καθηγητής της Κέρκυρας, που εξορίστηκε πρώτα το 1942 από τους Ιταλούς μακριά από το νησί και έπειτα το 1947 από τους Έλληνες κρατούντες της περιόδου στην Ικαρία, «παρέα» με τον Μίκη Θεοδωράκη, προτού καταλήξει στην κόλαση της Μακρονήσου και υποστεί, σύμφωνα με απομνημονεύματα του συμπατριώτη συναγωνιστή του Κώστα Σαμοΐλη, βασανισμούς με μη προσφερόμενες για περιγραφή συνέπειες, μένοντας ακλόνητος στις πεποιθήσεις του.


Τέτοιου βεληνεκούς ήταν το εκπαιδευτικό-παιδαγωγικό έργο του στην Αθήνα πριν τον εκδιώξουν από τη Δημόσια Εκπαίδευση και αργότερα στον χώρο της φροντιστηριακής Παιδείας και με μελέτες του, ώστε λίγες μέρες μετά τον θάνατό του, το 1977, η αθηναϊκή εφημερίδα «Το Βήμα» (βλ. πάνω αριστερά) συναγωνίστηκε τον «Ριζοσπάστη» (βλ. πάνω δεξιά) σε επαινετικά σχόλια.
Στο «Βήμα» ο λυκειάρχης φιλόλογος Γιάννης Λουκάς αφιέρωσε στον Πανδή τα λόγια του Πλάτωνα «Σαν τον Αυγερινό έλαμπες, όσο ζούσες, μέσα στους ζωντανούς και, τώρα που μας άφησες, μέσα στους πεθαμένους λάμπεις σαν τον Αποσπερίτη», προσθέτοντας για τον «ολοκληρωμένης αρετής» συνάδελφό του: «Έλειψε, πριν λίγες μέρες, απ' το στρατόπεδο του πολιτικοκοινωνικού λυτρωμού ένας σιωπηλός αλλά και αλύγιστος αγωνιστής του, ο φιλόλογος Μίμης Πανδής. Αληθινός Κερκυραίος ευπατρίδης με την πιο καλή έννοια του όρου. Έξοχη η συγκρότησή του (θαυμαστή ιδίως στα Νεοελληνικά η επίδοσή του), εξαίρετος ο ανθρωπισμός του, αξιοθαύμαστη και αξιολάτρευτη η ηθική ακαμψία του. Αφανής αθλοφόρος οπλίτης του καθήκοντος και της αρετής. Όταν, επί χρόνια και χρόνια, επλατάγιζε γύρω του και λυσσομανούσε η εγωιστική ματαιοδοξία, η ολιγοψυχία, ο αρριβιστικός καιροσκοπισμός και η αδιάντροπη πλαστογράφηση της Αλήθειας, εκείνος εστάθηκε μόνος του όρθιος (...) Δάσκαλος φωτεινός, αληθινός διδάσκαλος του Γένους και της Αλήθειας μυσταγωγός αφανής, άναψε τεράστιες φωτιές προοδευτικές (...)».
Στον «Ριζοσπάστη» τον αποχαιρέτησε το πιο δυνατό όνομα του χώρου αυτού στον τομέα του, η παιδαγωγός Ρόζα Ιμβριώτη, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων: «Ο Πανδής ήταν μια από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες μέσα στον εκπαιδευτικό κόσμο. Ο χαραχτήρας του, η φρόνηση, η γνώση, το φρόνημα προκαλούσαν γύρω του το σεβασμό και τη βαθύτατη εκτίμηση. Ήταν αληθινός δάσκαλος κι ήταν το ίνδαλμα των μαθητών του. Ήταν ανάμεσά μας ο εκπρόσωπος της ευρωπαϊκής κουλτούρας και της ραφιναρισμένης συμπεριφοράς (...) Ήταν η διδασκαλία του των Αρχαίων Ελληνικών και της Ιστορίας επιστημονικό εργαστήρι, που έδειχνε εναντίον σε εθνικισμούς και ιμπεριαλιστικές ιδέες (...) Μα ακόμα και πάνω από όλα αγωνίστηκε με πάθος για το καλό του λαού (...) Μέσα στα Εκπαιδευτικά Συνέδρια διαλαλούσε ότι η Ελληνική Παιδεία είναι καθαρά ταξική και καυτηρίαζε το πνεύμα της που κάνει την ελληνική πνευματική ζωή αντιδραστική και αριστοκρατική και αντιλαϊκή (...) Ο Πανδής ζει και θα ζει στη μνήμη όλων των εκπαιδευτικών (...), με το ρυθμό του πολλά χρόνια θα ρυθμίζει τη ζωή μας (...) Το πνεύμα του ταξιδεύει πλησίστιο κι ας είναι το σώμα του αγκυροβολημένο. Καλό ταξίδι Δημήτρη Πανδή, δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ».
Ακόμα και ο ιδεολογικά τελείως ενάντιός του δημοσιογράφος, Γιάννης Μαρίνος, αισθάνθηκε την ανάγκη να τον επαινέσει, τότε, στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο».
![]() | ![]() | ![]() |
Με αγάπη τον αποχαιρέτησε και ο κερκυραϊκός Τύπος (βλ. πάνω σχετικά δημοσιεύματα). Στην «Κέρκυρα» ο Σπύρος Κλαδάς σημείωσε: «Ήτανε μια από τις πλέον φωτεινές πνευματικές μορφές που είχεν η χώρα μας. Το πέρασμά του από την εκπαίδευση άφησε εποχή (...) Δεν δείλιασε ποτέ του (...) Αυτόν τον άνθρωπο, αυτόν τον δάσκαλο, αυτόν τον φίλο κλαίμε...». Στον «Ελεύθερο Λόγο» ο Δ. Μαυρόπουλος σημείωσε: «Έδωσε όλη του τη ζωή στην υπηρεσία της Παιδείας και των μεγάλων εθνικών και κοινωνικών ιδανικών». Στο «Φως της Κέρκυρας» ο Νίκος Σπάτουλας προσέθεσε: «Ο απαράμιλλος καθηγητής και σοφός δάσκαλος (...) είχε κάμει βίωμά του το φωτεινό τρίπτυχο Ελευθερία - Παιδεία - Δημοκρατία (...) Με ψυχικό παράστημα όρθιο πάντα σαν κυπαρίσσι και με συνείδηση κάτασπρη, ολοφώτεινη, λεπτή και άγρυπνη (...), διώχτηκε πολλάκις και ταλαιπωρήθηκε, με αποτέλεσμα να σακατευτεί η υγεία του».
Εισφέρει για το έργο του Πανδή διάφορα αθησαύριστα στοιχεία ο ομότιμος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, Θεοδόσης Πυλαρινός, μελετητής επίσης του Δεπούντη, τον οποίο είχε χαρακτηρίσει «homo universalis, ένα πολύτροπο πολίτη του κόσμου» με προδρομικές θέσεις σε διάφορα ζητήματα.
Στην «Επιθεώρηση Τέχνης», το 1964, ο Κερκυραίος φιλόλογος είχε δημοσιεύσει κριτική μελέτη για έναν -αναφερόμενο και από τον Νίκο Μπελογιάννη σε Σημειώσεις του το 1952 για τη νεοελληνική λογοτεχνία ως πρωτοπόρο- συμπατριώτη του τού 16ου αιώνα, θεωρούμενο πρώτο συντάκτη ελληνικής γραμματικής στη δημοτική γλώσσα, με τίτλο «Ο Νικόλαος Σοφιανός και η πρώτη γλωσσοεκπαιδευτική αναγέννηση του νέου ελληνισμού».
Ο Θ. Πυλαρινός μιλά για «το ηθικό βάρος της αλληλογραφίας δύο πνευματικών μορφών, η ζωή και η προσφορά των οποίων αποτελεί σπάνιο παράδειγμα», επισημαίνοντας ιδίως «την πίστη τους στην αδέσμευτη σκέψη και την ελευθερία». Το έργο του Δεπούντη, μαζί με την αλληλογραφία του, φυλάσσονται στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη, ωστόσο τα γνωστά για εκείνον δημοσιεύματα και στοιχεία όλο και διευρύνονται. Ο Πανδής, όπως είναι γνωστό σε παλαιότερες γενιές, από το 1932 μέχρι τον εξορισμό του το 1942 δίδασκε στο Γυμνάσιο Αρρένων στην πόλη της Κέρκυρας.
Οι γνώμες τους και άγνωστα στοιχεία για τον Μίκη Θεοδωράκη
Ξεχωρίζουμε στην ενδεικτική αυτή αναφορά στη μεταξύ τους επιστολογραφία, κορυφαία ίσως στιγμή της οποίας είναι η περιγραφή από τον Πανδή των συνθηκών εξορισμού καθηγητών της Κέρκυρας και αντιδράσεων των μαθητών -μόνον ορισμένα στοιχεία της έχουν έως τώρα δημοσιευθεί- κατά το 1942, ορισμένες μόνο από τις επιστολές τους στις οποίες αναφέρονται στον μουσικοσυνθέτη Θεοδωράκη. Εισφέρονται σε αυτές κάποια νέα στοιχεία για τον μεγάλο Έλληνα πνευματικό δημιουργό.
Οι επιστολές δημοσιεύονται στη μελέτη με την πρωτότυπη ορθογραφία και στίξη τους, με μεταφορά του μονοτονικού στις επιστολές Πανδή και πανομοιότυπη απόδοση της ιδιόρρυθμης γραφής του Δεπούντη. Εδώ, για ευνόητους λόγους απαλείφονται υποσημειώσεις και εξηγήσεις του μελετητή για διάφορα σημεία/θέματα των επιστολών.

Τρόγκεν Ελβετίας, 27.2.1975
Αγαπημένε φίλε κ. Πανδή,
ζούμε λοιπόν; Λέω ναι, γιατι γίνηκε τούτο το θάμα χτες το βράδυ εδώ στην Ελβετία, και νά πώς: Η φιλία μου με τον Μίκη Θεοδωράκη με έφερε κοντά στον Πέτρο Σας, που γνώρισα για πρώτη φορά. Αλλά είναι ανάγκη να τα γράψω όλα με τη σειρά τους: Ο άνεμος της λευτεριάς έρχεται απο την Ελλάδα. Από μέρες λοιπόν περιμέναμε εδώ στο διεθνικό χωριό Πεσταλότσι που διευθύνω το ελληνικό σπίτι έξι χρόνια τώρα, τον Μίκη με τους τραγουδιστές του. Η συναυλία θα δινόταν στην κοντινή μας πόλη του Σαιν-Γκάλλεν, εμείς ζούμε σ’ ένα βουνό – και συνέχεια του, οι Άλπεις. 60 συνεργάτες ξεκινήσαμε (είμαστε 12 εθνότητες) χτες βράδυ και ανάμεσα τους και τα 17 Ελληνόπουλα του σπιτιού μου. Η εκδήλωση θα γινόταν στο gresshaus του S.G. κατά τις 8,30΄. Άρχισε στις 8,45΄ μ.μ. Κόσμος πολύς, Έλληνες και ξένοι, που σε κάθε ευκαιρία χειροκροτούσαν χωρίς τελειωμό. Ο τραγουδιστής που άκουγα μού άρεσε και σα φωνή αλλά και σαν άνθρωπος. Μια μορφή ευγενική που κάτι μού θύμιζε, και το είπα, λαβαίνοντας την απάντηση πως είναι Κερκυραίος. Αυτά στο πρώτο μέρος. Στο διάλειμμα είδα τον Μίκη και τον ρώτησα για τον θαυμαστό τραγουδιστή του, και φωνάζοντας τον Πέτρο Σας που ήταν εκεί κοντά μας, μού είπε πως είναι γιός σας. Έβλεπα τον Πέτρο και έβλεπα τον πατέρα του, και τη ζωή να λαβαίνει τη δικαίωση της. Από έναν τόσο άξιο πατέρα και Δάσκαλο όλων μας στο νησί, θα έβγαινε το βλαστάρι, ο Πέτρος σας, καύχημα του γονιού, των φίλων, της πατρίδας μας. Σάς συγχαίρω μεγάλε φίλε μου. Η ευτυχία να συνοδεύει τον Πέτρο στο δύσκολο δρόμο του.
Τελειώνω με τούτο: Τα Ελληνόπουλα για να τιμήσουν τον Μίκη και τους συνεργάτες του, έπαιξαν φλάουτο, στο τέλος του κοντσέρτου (στο ε-στιατόριο του κέντρου) μέσα σε μια ατμόσφαιρα φιλική, ζεστή, – ελληνική. Και τώρα όσα φιλιά έδωσα στον Πέτρο, τα στέλνω και σε Εσάς, Που, το ξέρετε, Σάς αγαπώ και Σάς ξεχωρίζω Πρώτο ανάμεσα στους Ψυχάρηδες, τους Γληνούς, τους Δελμούζους κάθε εποχής.
Με πολλή αγάπη
Ιάσ. Δεπούντης
Του έλεγε σε άλλη επιστολή: «Σάς γράφει ένας αληθινός μαθητής σας και όχι κάποιος ακροατής των σχολικών θρανίων. Που. Δε σάς ξέχασε ποτέ. Ούτε εσάς, ούτε τον μεγάλο καιρό, – έργο του λαού μας. Μάλιστα με την ευκαιρία των δυο γραμμάτων σας, δίδαξα στην τάξη τα παιδιά μου το δικό σας δίδαγμα για Ε σ ά ς».

Ο Δημήτρης Πανδής μιλούσε συχνά στα γράμματά του για την ποίηση του Ιάσονα Δεπούντη.
Αγαπημένε μου Ιάσονα,
Πολλές φορές τα λόγια δεν μπορούν να εκφράσουν μια μεγάλη συγκίνηση. Το ευγενικό Σου γράμμα και τα φωτισμένα κείμενα – Εκείνο το πεζό ποίημα «Η επιστροφή μου» είναι ένα αριστούργημα – μου χάρισαν μια μεγάλη συγκίνηση και μια υπέρτατη έξαρση.
Πάντα Σ’ αγαπούσα πολύ και πάντα βαθύτατα εκτιμούσα την λαμπεράδα του Νου, τη ζεστασιά της καρδιάς και κυρίως της Δημιουργικής Φαντασίας Σου τη δύναμη. Είσαι άξιος Ποιητής, Ιάσο, συνεχιστής της μοναδικής για τα Ελληνικά Γράμματα Επτανησιακής μας Σχολής.
Και είναι μεγάλο ευτύχημα, και για Σένα και για την νεοελληνική Παιδεία, που η ποιητική Σου ιδιοσυστασία Σε οδήγησε σε Νομικές, Κοινωνιολογικές, Φιλοσοφικές, Ψυχολογικές και Παιδαγωγικές Σπουδές.
Η Παιδεία της Πατρίδας μας έχει μεγάλη ανάγκη από ιδεολόγους και φωτισμένους αγωνιστές. Ο αγώνας που κάνεις τόσα χρόνια για τη δημιουργία ελλήνων πολιτών και ελλήνων Ανθρώπων, στο «Ελληνικό Σπίτι» του διεθνικού χωριού «Πεσταλότσι», θα δημιουργήσει σταθμό στην ελληνική Παιδεία. Γιατί η Παιδεία μας από την Απελευθέρωση μέχρι σήμερα μόνο στιγμές εξάρσεως έχει να παρουσιάσει. Μετά τις λίγες όμως αυτές στιγμές, πάντα ακολουθούσε πολύχρονη περίοδος πνευματικής στασιμότητας, ίσως και οπισθοδρόμησης. Η Νέα Εκπαιδευτική και Γλωσσική Αναγέννηση που ζήτε Σεις οι λίγοι εκλεκτοί Ποιητές-Δάσκαλοι, να είστε βέβαιοι ότι θα πετύχει. Το Μονοτονικό Σύστημα –που το ονειρεύτηκαν οι Μεγάλοι Πρόδρομοι– θα συντελέσει πολύ σ’ αυτή την επιτυχία, που ο μοναδικός σκοπός της Ελληνικής Παιδείας –γιατί όχι και της Παγκόσμιας Παιδείας– θα είναι η δημιουργία ελευθέρων, αλλά αυτοπειθαρχημένων και υπευθύνων, πολιτών και Ελλήνων-Οικουμενικών Ανθρώπων. Ήρθε η ώρα –το ελπίζουμε και το πιστεύουμε όλοι μας. – Και πάλι Σ’ ευχαριστώ και Σου εύχομαι εγκάρδια να είσαι πάντα καλά και να ζήσεις πολλά χρόνια Χαράς και Δημιουργίας. Η λατρευτή και ωραία μας Πατρίδα Σε χρειάζεται.
Να μου φιλήσεις όλη την αγαπητή μου οικογένειά Σου. Και πιο πολύ να μου φιλήσεις το Γιο Σου. Τον είδε ο Πέτρος μου και ενθουσιάστηκε. Με όλη μου την αγάπη περιβάλλω τα ελληνόπουλα. Λυπήθηκα που χάθηκε το Σημείωμα που μου στείλατε μαζί με τον αγαπημένο μας Μίκη, αυτή τη Μεγάλη Εθνική Μουσική Μορφή με διεθνή ακτινοβολία. Το συναπάντημά Σας στα χιονισμένα βουνά της Ελβετίας δεν ήταν τυχαίο. Έχετε οι δυο Σας πολλά κοινά στοιχεία εσωτερικής ομορφιάς και αγνότητας και Ανθρωπιάς.
Με όλη μου την Αγάπη και την εκτίμηση
Σε φιλώ.
Δημ. Πανδής

Ο επιστολικός διάλογος εστιάστηκε κάποια στιγμή στον Μίκη Θεοδωράκη (βλ. πάνω στην Ικαρία το 1948 τον Πανδή τρίτο από αριστερά όρθιο και πέμπτο από αριστερά όρθιο τον συνθέτη):
Τρόγκεν Ελβετίας, 3-4-1975
Αγαπητέ φίλε κ. Πανδή,
έλαβα το από 20.3 γράμμα σας και το πήρα σαν ένα δώρο που έρχεται απο τη ζωή, πολύτιμο σαν κι αυτή· και ικανό να με στηρίξει για να συνεχίσω το έργο μου εδώ στον ξένο τόπο. Ήρθε λοιπόν το γράμμα σταλμένο από Εσάς κι αυτό είναι όλο, και πως ναι, τα λόγια δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό το είδος της χαράς και της συγκίνησης που δίνουν το συγκλονιστικό σημάδι πώς οι άνθρωποι υπάρχουν ακόμα· και πως στο οδύσσειο ταξίδι άντεξαν οι καλύτεροι, Εσείς, ναι.
Σάς ευχαριστώ που μου απαντήσατε, και πως αυτά τα γράμματα σας μού θύμισαν ζωγραφιές στον καταγάλανο ουρανό της πατρίδας και πως συνεχίζετε κείνο το πλατύ ήρεμο ζεστό γέλιο για ό,τι σάς δίνει ευφορία νου και ψυχής. Αυτό το μοναδικό γέλιο με έφερε κάποτε κοντά σας, – που το άκου-γα από παιδί στο νησί48 και το ένωσα με τις χάρες της ζωής. Στον Πέτρο σας και στον Μίκη το είπα. «Ο Μήτσος Πανδής μάς έδωσε ό,τι πιο πολύτιμο μπορεί να επιθυμήσει ένας νέος άνθρωπος στα δύσκολα του χρόνια, το ήθος του αγωνιστή και τη σοφία του μεγάλου παιδαγωγού της νιότης. Είναι για την Κέρκυρα ο Πανδής ό,τι στάθηκε ο Γληνός για την Ελλάδα. Με μία διαφορά, πως στην Κέρκυρα ο Πανδής αφήνει μαθητές, ενώ τον Γληνό είναι ανάγκη να τον υπερασπίζονται ακόμα μερικοί οπαδοί στην ίδια του τη χώρα». Και ο Μίκης γυρίζοντας στη γυναίκα του: «Ακούς; Ό,τι ο Γληνός...». «Και πιο πολύ Μίκη» συνέχισα «Στη μουσική σου ακούω πολλές φορές την ήρεμη φωνή του κυρ-Μήτσου και το αθάνατο γέλιο του». Δε θα ήθελα να σταματήσω εδώ. Αλλά, τελειώνω. Με περιμένουν πολλές δουλειές τούτο τον καιρό γιατι ετοιμάζω βδομαδιάτικη εκδρομή των παιδιών μου στη Ζυρίχη. Αγαπημένε Δάσκαλε, πολύ σάς παρακαλώ να μού στείλετε δυο λόγια για το πώς γνωρίσατε τον Μίκη, πότε και πού στην εξορία. Ότι υπάρχει κάτι από το γέλιο τον τρόπο, τη φιλοσοφία και τις δημοκρατικές αρχές σας στη μουσική του Μίκη δεν είναι μια θεωρία μου, αλλά μια πραγματικότητα που θα ήθελα να έχω μερικά δικά σας στοιχεία, σε ενίσχυση μου. Ευχές για το Πάσχα και φιλιά στο Πέτρο και αγάπη από όλους μας εδώ.
Ιάσων Δεπούντης
Ο Πανδής διηγήθηκε στον Δεπούντη στιγμές της συμβίωσής του με τον Θεοδωράκη στην εξορία, στην Ικαρία. Εξαιτίας όσων είχε υποστεί, για τη Μακρόνησο δεν είχε καταφέρει να συγκρατήσει το παραμικρό. Να τι του έγραψε:
Αγαπημένε μου Ιάσονα,
Μεγάλη η χαρά μου από το γράμμα Σου. Από το γράμμα ενός Ποιητή-Δασκάλου. – Πόσο, αλήθεια, συνταίριασες αυτές τις δυο «ειδικότητες». Εντύπωση, πρέπει να το πω, μου προξενεί το βάθος μα και το πλάτος της ερευνητικής Σου ιδιοσυστασίας. Φυσικά, δεν βρίσκονται σε αντίθεση το βάθος και το πλάτος των γνώσεων. Κάθε άλλο. Ίσα-ίσα, οι πολλές, μα ορθές και συγκεντρωμένες έπειτα από συνεχείς και εμπεριστατωμένες έρευνες, γνώσεις πετυχαίνουν την αποκάλυψη της βαθύτατης ουσίας του Ανθρώπου και της Ζωής. – Μόνον έτσι μπορεί ο Άνθρωπος να ολοκληρωθή. –
Ευτυχισμένα τα ελληνόπουλά Σου, που Σ’ έχουν οδηγό τους. Είσαι «Ανθρωποπλάστης», Ιάσονα, και πρέπει να είσαι περήφανος γι’ αυτό.
Δεν θέλω να Σε κουράσω. Όμως, όσο και να θέλω, δεν μπορώ να λησμονήσω το έργο Σου «Δέκα ζωγραφικοί πίνακες».
Στις προηγούμενες σελίδες Σου είναι η Ποίηση που ομορφαίνει τη φωτεινή και βαθειά σκέψη Σου σε θέματα φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά, φιλολογικά, παιδαγωγικά, γλωσσολογικά κ.ά. Στους «Δέκα ζωγραφικούς πίνακες» είναι η βαθύτατη και ηλιακή σκέψη που οχυρώνει της εξαίσιας ποίησης την ομορφιά.
«Η πόλη της Γενεύης», με «το αληθινό όνομά της και τον μεγάλο ψαρά που απλώνει τα χέρια να την πιάσει θρησκευτικά», είναι μια απαράμιλλη ζωγραφική ποίηση, που τη συνοδεύει βαθύς στοχασμός. Και πόσο συγκινητικά πρωτότυπη και φιλοσοφική η διατύπωση: «Ζητώ να μάθω τη γλώσσα που το Ένας έχει τον πληθυντικό του» στα «Έλατα του Γκραουμπίντεν».
Και τελειώνεις με το: «Renault 16 TA. ένας αυτοκινητόδρομος και μουσική Ρεσπίγκι». – Κάποια ποιητική συγγένεια έχεις μ’ αυτόν τον μεγάλο Αναγεννητή της Ιταλικής Μουσικής, τον ονειροπόλο Οττορίνο. Πόσο πόνο και πόσο λυρισμό διακρίνει κανείς εδώ. Νάναι αυτός ο πόνος απλώς η νοσταλγία του ξενιτεμένου; Δεν το πιστεύω. Νομίζω ότι είναι ο πόνος του Ανθρώπου, που στο βάθος, όταν είναι πραγματικός Άνθρωπος είναι «ον τραγικόν» γιατί είναι μόνος. Και ας μη φανή παράξενο. Αυτός ο μόνος, κυρίως αυτός, είναι ο κατεξοχήν κοινωνικός άνθρωπος, ο ιδεολόγος αγωνιστής και ο οραματιστής κάθε ωραίου και υψηλού. Είναι μόνος, αλλά ταυτόχρονα αγκαλιάζει με αυτοθυσία όλους τους Ανθρώπους.
Και τώρα έρχομαι να εκπληρώσω, αν μπορώ, την επιθυμία Σου.
Με τον Μεγάλο Συνθέτη εζήσαμε μαζί, τα τραγικά για την πολυαγαπημένη μας Πατρίδα χρόνια 1948 και 1949, στην Ικαρία και στη Μακρόνησο.
Στο χωριό της Ικαρίας Δάφνη μείναμε 5-6 μήνες περίπου στο ίδιο σπίτι. Κάθε μέρα όλοι οι «ένοικοι» του σπιτιού τις ώρες της ανάπαυσης κουβεντιάζα-με.55 Γινήκαμε σε λίγο όλοι μεταξύ μας πολύ στενοί φίλοι. Όλους τους θυμάμαι με πολλή αγάπη, τους μεγάλους σαν αδέρφια και τους νέους σαν παιδιά μου. – Τον Μίκη – ήταν τότε 22-23 χρόνων – τον αγαπούσαμε και τον εκτιμούσαμε όλοι. Ήταν ένας Νέος ζωντανός, δραστήριος, ευγενικός, αγνός και πνευματικά και μουσικά ανήσυχος, με πολλά ενδιαφέροντα και πολλές απορίες και αναζητήσεις.
Παρέα κάναμε κάθε μέρα όλοι μαζί. Συχνά όμως βρισκόμαστε οι δυο μας μόνοι στον κήπο του σπιτιού ή απ’ έξω από ένα μικρό εκκλησάκι, 3-4 μέτρα μακριά από το σπίτι μας.
Σιγά-σιγά άρχισα να συνειδητοποιώ τρία βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας αυτού του Νέου:
1) Τις απέραντες πνευματικές του ανησυχίες για όλα τα προβλήματα. Εκεί που συζητούσαμε οι δύο μας διαρκώς ερωτούσε. Μα στο βάθος ερωτούσε τον εαυτό του όχι εμένα. Οι διαλογικοί αυτοί μονόλογοι κρατούσαν πολλή ώρα. Στο τέλος βρισκόμαστε και οι δυο μας πολύ ευχαριστημένοι από τη συζήτηση. (Όταν μετά από τη Δάφνη μεταφερθήκαμε στον Εύδηλο, παραλιακή κωμόπολη της Ικαρίας, αυτός ο διάλογος εξακολούθησε όλο τον χειμώνα [1948-49] αλλά εχτός από τους δυο μας προστέθηκαν και άλλοι). Στο σημείο αυτό θέλω να με πιστέψεις σ’ αυτό που θα Σου πω: Είμαι βεβαιότατος ότι πιο πολύ εγώ ωφελήθηκα απ’ αυτές τις συζητήσεις και όχι ο Μίκης. Σχεδόν κάθε ερώτησή Του μ’ έκανε να σκεφτώ πολύ και αρκετές φορές να αναθεωρήσω απόψεις μου. Όπως άλλωστε ξέρεις καλύτερα από μένα, ο Δάσκαλος διδάσκοντας διδάσκεται και ολοκληρώνεται συνεχώς και ο Μαθητής διδασκόμενος διδάσκει και ολοκληρώνεται κι’ αυτός. Όλοι μας είμαστε Μαθητές και Δάσκαλοι ταυτόχρονα και όλοι ζητούμε την τελείωση την ολοκλήρωση. Φυσικά, η τελική ολοκλήρωση δεν έρχεται ποτέ. Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται το τραγικό μεγαλείο του Ανθρώπου.–
2) Την αναζήτηση, την αγωνιώδη αναζήτηση, του Νέου σε όλα τα ζητήματα· και, φυσικά, πρώτα πρώτα στη Μουσική, αφού ήταν γεννημένος Μουσικός-Ποιητής. Πολύ συχνά, πάλι απ’ έξω από το σπίτι μας, εγώ τραγουδούσα, πολύ σιγά, κανένα Κερκυραϊκό ή και άλλο τραγούδι. Όπως ξέρεις, όλοι οι Κορφιάτες λέμε και κανένα τραγούδι όταν είμαστε στις «καλές» μας, μα και όταν είμαστε στις «κακές» μας ώρες. Ο Μίκης τότε κάθε λίγο μ’ έκοβε λέγοντάς μου: «Δάσκαλε, ξαναπέστο». Και είχε στο χέρι ένα μολύβι και λίγο χαρτί και έγραφε. Τις πρώτες μέρες νόμιζα πως έγραφε τα λόγια, τους στίχους του τραγουδιού. Πολύ σύντομα όμως είδα ότι έγραφε τη μουσική, όχι όλου του τραγουδιού, αλλά των στίχων εκείνων που κάθε φορά μου έλεγε να τους ξαναπώ. –Όπως μου είπε αργότερα, τους στίχους εκείνους δεν τους τραγουδούσα «κανονικά», αλλά όπως μου άρεσε εμένα. Και αυτό το «άλλο», το «αντικανονικό» άρεσε και σ’ αυτόν. Και γι’ αυτό μου έλεγε να το ξαναπώ για να γράψη τη μουσική του αυτού του στίχου μόνον. Πρέπει να Σου πω στο σημείο αυτό ότι εγώ δεν ξέρω μουσική, εχτός από λίγη κιθάρα που έπαιζα όταν ήμουν Νέος. Δεν τον επηρέασα λοιπόν καθόλου ούτε εδώ, όπως και στο προηγούμενο σημείο. Ο Μίκης αναζητούσε στα βάθη της ψυχής Του το «Νέο» και τόβρισκε στη Φύση, στον Άνθρωπο, παντού.–
3)Το θάρρος, την παρρησία και γενικά την μεγάλη ηθική του προσωπικότητα: Πηγαίναμε, όλους τους μήνες που μείναμε στη Δάφνη, κάθε μέρα πρωί μεσημέρι απόγεμα, για προσκλητήριο στην Ακαμάτρα, χωριό μεταξύ Δάφνης και Ευδήλου. Ο δρόμος ήταν πολύ ανηφορικός και χωρίς καθόλου σκιά δέντρου. (Ήταν ζεστό το καλοκαίρι του1948). –Στο τέλος, όπως ήταν φυσικό, η υγεία μου κλονίστηκε. Έπεσα στο κρεβάτι. Σε 3-4 μέρες ήρθε ένας αρμόδιος από την Ακαμάτρα να μου δώση εντολή να πηγαίνω στο προσκλητήριο. Εκείνη τη στιγμή στο δρομίσκο ακριβώς έξω από το κρεβάτι μου βρισκόταν ο Μίκης. Ο αρμόδιος του εξήγησε τον σκοπό της επισκέψεώς του. Ήταν τότε ο Μίκης αντιπρόσωπός μας στη χωροφυλακή της Ακαμάτρας. Δείγμα και αυτό, των ηγετικών προσόντων αυτού του Νέου.–

Δεν θα λησμονήσω ποτέ στη ζωή μου εκείνες τις εφτά λέξεις που είπε τότε ο Μίκης στον αρμόδιο με ευγενικό μα έντονο και αποφασιστικό ύφος: «Ο Δάσκαλος είναι άρρωστος. Μην τον ενοχλείτε, παρακαλώ». Και έκλεισε αμέσως την πόρτα τού δωματίου μου. Ο αρμόδιος έφυγε και εγώ δεν ξαναπήγα στο προσκλητήριο της Ακαμάτρας.
Σε κούρασα πολύ. Δεν συνεχίζω για τη ζωή της Μακρονήσου. Δεν θυμάμαι τίποτα από το «Αναμορφωτήριον», τον «Νέον Παρθενώνα». – Τον Μίκη άλλωστε από την Μακρόνησο τον πήραν έπειτα από λίγους μήνες για να δικαστή και να καταδικαστή από κάποιο Στρατοδικείο.–
Το γενικό συμπέρασμα απ’ αυτή την αχνή περιγραφή ενός Μεγάλου Συνθέτη και Οραματιστή; Απαντώ με πολύ λίγα λόγια: Δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι ο Μίκης εμελοποίησε το έξοχο Κάντο Χενεράλ του Μεγάλου Ποιητή και Αγωνιστή Πάμπλου Νερούντα. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο μεγάλες Καλλιτεχνικές και Ανθρώπινες Μορφές υπάρχει βαθύτατη Συγγένεια: Μια Ελληνική Οικουμενική Ηλιακή λάμψη που φωτίζει όλους τους Λαούς της Γης.
Θυμίζει ο Θ. Πυλαρινός ότι στους «Δρόμους του Αρχάγγελου» έγραψε ο Μίκης: «Είχαμε σταματήσει την κουβέντα μας με τον Πανδή. Μας είχε παρασύρει η ομορφιά της θάλασσας καθώς ακουμπούσε πάνω στους ελαιώνες, που ξεκινούσαν από την Ακαμάτρα και συνέχιζαν σε όλη την πλαγιά του βουνού. Ήταν ξαφνικό. Έμεινα ακίνητος, αγκυλωμένος. Ο Πανδής είπε: "Θεέ μου". Με βοήθησε να ξαπλώσω στο γρασίδι. Κι έτρεξε κάτω φωνάζοντας "Βοήθεια"». Και στο βιβλίο «Άξιος εστί», με τη διήγηση του Μίκη, συμπληρώνει ο ίδιος, με τα εξής: «(...) γυρίζαμε από την Ακαμάτρα για να πάμε προς τη Δάφνη (...) Υπήρχε ένας λόφος, του Προφήτη Ηλία, είναι μικρός λόφος, που είχε το ξωκλησάκι επάνω και σε όλη την πλαγιά είχε αμπέλια (...) Θυμάμαι, μια μέρα, με τον Δημήτρη τον Πανδή, τον πατέρα του Πέτρου, κάτι λέγαμε, είχαμε κόψει και ένα τσαμπί σταφύλι και τρώγαμε, και τότε με έπιασε ο φοβερός πόνος της καινούριας πλευρίτιδας, όπου με ακινητοποίησε τελείως, σφάδαζα, δεν μπορούσα να κάνω τίποτε!».

Σύμφωνα με τον Δεπούντη (βλ. πάνω επιστολή του, 1975), που έζησε τον Πανδή καθηγητή στα γυμνασιακά του χρόνια, ήταν «κρυστάλλινος καθρέφτης του φιλελεύθερου φιλόσοφου οικουμενικού ιδανικού».
Η ζωή του αντιπροσώπευε ένα «παιδαγωγικό δίδαγμα» για ένα «δημοκρατικό, ξάστερο μέλλον, ανθρώπινο».
![]() | ![]() | ![]() |
![]() | ![]() | ![]() |
![]() | ![]() | ![]() |
![]() | ![]() |
Ο ποιητής (βλ. πάνω βιβλία του - και με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ωκεανός, πρώτο του ήταν ενδεχομένως «Η Μητέρα» το 1944 και δύο από τα επόμενα «Η εξορία των αθανάτων» το 1946 και η «Ακατοίκητη νύχτα» το 1948) και άλλοι Κερκυραίοι είχαν σχεδιάσει να οργανώσουν εκδήλωση, προκειμένου να τιμήσουν την προσφορά του καθηγητή. «Αγαπημένε μου Ιάσονα, πολύ θα στενοχωρηθώ αν πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο», ήταν η απάντηση που έλαβε στη σχετική πρόταση.
Ο ποιητής πίστευε πως «χιλιάδες ήλιοι ανατέλλουν μέσα στα σπίτια των αδικημένων».
Τους αναγνώστες του απολαυστικού επιστολικού διαλόγου και της ερμηνείας του τους περιμένουν πολλές εκπλήξεις.
Για ένα σωρό θέματα της Κέρκυρας, της Τέχνης, για ανθρώπους του νησιού που παίζουν ακόμα ρόλο, για την επτανησιακή παράδοση και τους εκπαιδευτικούς, για το φωτεινό Αύριο.
ΠΕΤΡΟΣ ΚΟΡΦΗΣ
![]()















