Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2019 22:16

Κάντας Προκόπης

ResizedKantasP12

Ο Προκόπης Κάντας (Καβαλάς) γεννήθηκε τις 26 Φεβρουαρίου 1926 στην περιοχή Λευκίμμη, όπου και μεγάλωσε. Συμμετείχε δυναμικά στους αγώνες της κατοχικής περιόδου και της κατοπινής περιόδου με την ΕΠΟΝ, με το ΚΚΕ, με τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας.

«'Ημουν 18 χρονών όταν πήρα το πρώτο βάπτισμα του αγώνα κατά των φασιστών. Οι αντάρτες του Ζέρβα, μετά το χτύπημα που δέχθηκαν από τον ΕΛΑΣ, ήρθαν στην Κέρκυρα με εγγλέζικα πλοία, χτύπησαν, λεηλάτησαν και φυλάκισαν τους αντιστασιακούς και προοδευτικούς κατοίκους του νησιού», έγραψε πολύ αργότερα. «Εμένα ένα απόσπασμα του Ζέρβα, περίπου 30 άτομα, με έπιασαν στο δρόμο, με χτύπησαν χυδαία, με βασάνισαν και στη συνέχεια μ' έκλεισαν στη φυλακή. Κι αυτό επειδή εγώ με το μακαρίτη τον αδελφό μου το Νικόλα, που σκοτώθηκε το 1947 στη Μουργκάνα (...), είχαμε πάρει από το οχυρό των Ιταλών ένα οπλοπολυβόλο, τέσσερα ατομικά όπλα και τρεις-τέσσερις χιλιάδες και τα δώσαμε στον εφεδρικό ΕΛΑΣ, στον οποίο και οι ίδιοι ανήκαμε».

Ήταν 17 χρονών όταν είχε αφαιρέσει όπλα από την ιταλική δύναμη που έδρευε στην τοποθεσία Λογγίδια στη Λευκίμμη.

Τον Οκτώβριο του 1947, μαζί με άλλους δεκαπέντε νέους της Λευκίμμης, μεταξύ των οποίων και ο αδελφός του Σπύρος Κάντας που σκοτώθηκε αργότερα στο βουνό Μουργκάνα, βγήκε με καΐκι στην Αλβανία κι από εκεί πέρασε στην Ήπειρο, με σκοπό να πολεμήσει με τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ). Ήταν στη δεύτερη ομάδα που έφυγε από τη Λευκίμμη, τη νύκτα της 13ης Οκτωβρίου, καθώς λίγες ώρες νωρίτερα είχαν αναχωρήσει οι πρώτοι τέσσερις.  

 

kant p4

Σε εκδήλωση για την Αντίσταση στη Λευκίμμη

 

Αφηγήθηκε για εκείνη την επιχείρηση

«Φύγαμε συνειδητά. Δεν είχαμε καμιά σύνδεση με την κομματική οργάνωση, γιατί η οργάνωση ήταν αντίθετη (...) Βρεθήκαμε αργότερα όλοι μαζί στους Αγίους Σαράντα, που κάτσαμε δεκαπέντε μέρες. Εμείς φύγαμε από την Παναγιά του Ζέλη. Είχαμε ένα καΐκι δικό μας (...)

Φύγαμε νύχτα και ήταν Σάββατο. Είχε αέρα, γερό αέρα και ψιλή βροχή. Τα λιμενικά περιπολούσανε, αλλά ήτανε, όπως σας είπα, Σάββατο και αυτές τις ώρες γλεντούσανε στην Κέρκυρα (...) Σηκώσαμε πανιά και βγήκαμε σ’ ένα φυλάκιο πιο κάτω από τους Αγίους Σαράντα. Οι Αλβανοί ήτανε φιλικοί προς εμάς. Μας αγκαλιάσανε, μας φιλήσανε και μας επήγανε στους Αγίους

Σαράντα, το Ελμπασάν, το Τεπελένι και στο τέλος σε μια πόλη που τη λέγανε Λιούσνια. Μας κρατήσανε περίπου έξι μήνες. Κάναμε απεργία πείνας και ταυτόχρονα δραπετεύσαμε, γιατί δεν ήθελαν να μας αφήσουν να φύγουμε. Αλλά δεν μπορούσαμε να βγούμε, διότι πολλοί κουραστήκανε και μείνανε στο δρόμο. Εγώ με δύο άλλα παιδιά μπήκαμε στο ποτάμι που έσερνε πολύ, κοντέψαμε να πνιγούμε. Βγήκαμε σ' ένα χωριό γυμνοί και κρυωμένοι, ανάψανε φωτιές οι Αλβανοί και ζεσταθήκαμε. Μας γύρισαν πίσω στο φυλάκιο, μάζεψαν και τους άλλους, μας κάνανε κάτι εξετάσεις και μας είπαν: "Ρε παιδιά, εδώ κοντά είναι η Κόνιτσα, αυτή τη στιγμή γίνονται μάχες, αν πάτε μπορείτε να σκοτωθείτε". Μας γύρισαν πάλι πίσω, αλλά εμείς βάζαμε ζητήματα, επιμείναμε και τελικά μας άφησαν και βγήκαμε στη Μουργκάνα, στο χωριό Τσαμαντάς, πολύ κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Είμαστε όλοι μαζί. Συνδεθήκαμε τελικά με τους Έλληνες και περάσαμε για δυο βδομάδες τα έμπεδα, δηλαδή να μάθουμε τα όπλα, να γυμναστούμε και να πάμε στα τμήματα. Χωρίσαμε. Πήγα σ' ένα λόχο (...) Τους άλλους, τους δικούς μου, δεν τους είδα ξανά. Εκεί δώσαμε μάχες, πάρα πολλές μάχες».

Για ενάμιση χρόνο περίπου, στα 1948-1949, ήταν διμοιρίτης στη διμοιρία ανιχνευτών της ΧΙΙΙ Μεραρχίας. Στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας τελείωσε τη σχολή των υπαξιωματικών και με διάταγμα του στρατηγείου έλαβε τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Για την κατάληψη του υψώματος του Αγίου Ηλία της Οξιάς το στρατηγείο τον βράβευσε με έπαινο ανδρείας, καθώς ήταν ο πρώτος που ανέβηκε στο ύψωμα, μετά την εξουδετέρωση σκοπών με μπαζούκας. Πήρε μέρος σε διάφορες μάχες στη Μουργκάνα και στον Γράμμο.  

 

kant p1

Στο βουνό (στη μέση) με συναγωνιστές του

 

Δύο νικηφόρες ιστορίες τού εμειναν αξέχαστες:

«Η μία ήταν στα Πατώματα. Τα Πατώματα ήταν ένα μεγάλο οχυρό. Ήτανε κοντά στην Πυρσόγιαννη. Από τη μια μεριά ήτανε ένα μεγάλο ύψωμα που λεγότανε Προφήτης Ηλίας της Οξιάς. Από την άλλη ήταν η Γύφτισσα, ένα βουνό του Σμόλικα. Εκεί στα Πατώματα αυτοί ήταν ταμπουρωμένοι και όταν λέμε ταμπουρωμένοι, το 'χαν σκάψει όλο. Δώσαμε πολλές μάχες εκεί. Δεν μπορούσαμε να τους βγάλουμε…  Έκανε μια προπαρασκευή το πυροβολικό μας και τους διέλυσε. Είχε μεγάλη ευστοχία και μετά έκανε έφοδο η Σχολή Αξιωματικών του Γενικού Αρχηγείου (ΣΑΓΑ). Το μηχανικό έκοβε σύρματα, έβγαζαν νάρκες και μετά από μάχη σώμα με σώμα το καταλάβαμε. Είχαμε κι εμείς πολλά θύματα. Αυτό έγινε το '49.

Μια άλλη μάχη έκανα με το λόχο του Σδράβου (...) Ο  Σδράβος  είχε πάρει  εντολή με το λόχο του να καταλάβει το ύψωμα του Προφήτη Ηλία της Οξιάς. Ήτανε ναρκοθετημένο γύρω-γύρω με πολυβολεία και στην κορυφή μια διλοχία Μπουραντάδες. Πάμε εμείς ένα βράδυ να κάνουμε ανίχνευση. Ομαδάρχες, διμοιρίτες, μαζί με τον Σδράβο. Στη συνέχεια, το άλλο βράδυ, πάμε να καταλάβουμε το ύψωμα από πίσω τους, από κει που αυτοί είχαν δρόμο. Εγώ με την ομάδα τη δικιά μου ήμουνα μπροστά. Είχαμε δύο "γροθιές", μπαζούκας τα λένε τώρα. Πήρα ένα μπαζούκας εγώ και ένα κάποιος άλλος. Ο λόχος στη σειρά πίσω μας και ακολουθούσε το μηχανικό. Βαδίζουμε... Ευτυχώς εκείνη τη νύχτα έκανε πολύ κρύο και έπεφτε ψιλό χιόνι (...) Φθάσαμε λοιπόν απάνω (...) Τελικά τους ξηλώσαμε».

Έδωσε και μια μάχη που κατέληξε, όπως είπε, σε τραγωδία:

«Δόθηκε στα Τρία Αβγά κοντά στο Ντουτσκό στα Γρεβενά. Αρχηγός της αποστολής ήταν ο συνταγματάρχης Ζάρας.

 Όταν φτάσαμε στο Εφταχώρι σε μια χαράδρα, εγώ προχωρούσα μπροστά, όταν ξαφνικά ακούω ένα "τσακ". Αυτός ο αναπάντεχος ήχος ήτανε μια χειροβομβίδα που δεν έσκασε. Ήταν ενέδρα; Κάποιοι μας πρόδωσαν; Δεν ξέρω κι εγώ τι να πω. Αλλά αυτοί έφυγαν, δεν πυροβολήσανε. Έλα όμως που από το Χταπόδι κάποιοι έβαλαν με οπλοπολυβόλο. Μια αδέσποτη σφαίρα βρίσκει το Ζάρα στο κεφάλι καβάλα στ’ άλογό του. Κανένας άλλος δεν έπαθε τίποτα, μόνο αυτός σκοτώθηκε. Γυρίσαμε πίσω και τον κηδέψαμε.

Μετά οργανώσαμε μια δεύτερη αποστολή. Την άλλη αποστολή αναλαμβάνει κάποιος άλλος, που τον λέγανε Μπαντέκο. Δεν πάμε από το ίδιο μέρος. Πάμε από το Κάντσικο και βγήκαμε σ’ ένα μέρος που το λέγανε τα "Καλύβια του Ντέτσικου", κοντά σε τρία βουνά που τα λέγανε Τρία Αβγά. Μέχρι εκεί επήγαμε καλά. Κάτω όμως στα ριζά ήτανε αυτοί εκεί. Κάποια μονάδα που είχε  προωθηθεί.  Εγώ, που ήμουνα μπροστά, τους βλέπω και στέλνω σήμα πίσω να στείλουν κάποιο τμήμα να τους ξηλώσουνε και να προχωρήσουμε. Πραγματικά πήγαν κάποιοι δικοί μας και τους διώξανε. Όταν όμως φθάσαμε στη χαράδρα, κάτω από τα Τρία Αβγά, εκεί δεχόμαστε πυρά.

Ο αρχηγός της αποστολής στέλνει κάποια τμήματα να τους ξηλώσουνε. Εκείνοι όμως ήταν οργανωμένοι σ’ ένα δεσπόζον ύψωμα. Δεν ήτανε εύκολο να τους βγάλεις από κει. Σκοτωθήκανε κάμποσα παιδιά, τίποτα δεν γινότανε (...) Κάναμε μια σύσκεψη, με είχαν καλέσει και μένα. Ο Μπαντέκος λέει: "Θα σταματήσουμε εδώ, θα  περάσει η μέρα και τη νύχτα θα συνεννοηθούμε με τον Παλαιολόγο, που έχει μια ταξιαρχία στο Σμόλικα. Θα συνεννοηθούμε με τον ασύρματο να στείλει κάποιες δυνάμεις, να σπάσουμε τον κλοιό και να φύγουμε". Τους λέω: "Καλά τα λέτε, αλλά εμείς εδώ είμαστε σε πολύ μειονεκτική θέση. Δεν μπορούμε να βάλουμε πλάτη". Αυτοί επιμένανε. "Πάρτε την ευθύνη", τους είπα, "ανώτεροι αξιωματικοί είσαστε". Όπως τους είπα έτσι κι έγινε. Αυτοί άρχισαν να βάλλουν από τρία σημεία. Δεν μπορούσες να σταθείς πουθενά. "Όσοι μείναμε πρέπει να κάνουμε ένα ρήγμα να φύγουμε, πάρε τρία παιδιά και πιάσε το αντέρεισμα", μου λέει ο Μπαντέκος. Αλλά δεν ήταν εύκολο. Φθάσαμε σ' ένα σημείο.

Εκεί σκοτώνεται ένας Κερκυραίος, που ήταν στη δική μου διμοιρία, και τραυματίζεται ο Μπαντέκος. Δέχομαι κι εγώ μια σφαίρα, ξέδρομα με πήρε στο χέρι. "Πιάσε το αντέρεισμα», μου λέει ο Μπαντέκος «και αφήστε μ' εμένα". Εγώ υπολόγιζα πότε θα σταματήσει η ταινία του οπλοπολυβόλου. Έριχνε, έριχνε, έριχνε και όταν τελείωσε έκανα ένα άλμα και ξέφυγα. Μόλις ξέφυγα βρήκα καμιά τριανταριά παιδιά και τον Ασπρίδη, που είχανε βγει. Αυτός ήτανε ταξίαρχος. Πήγαινε κι αυτός για νότια, μαζί με τρεις-τέσσερις μεγάλους αξιωματικούς. Ήτανε τραυματισμένος στα πόδια. Με πιάνει ο Ασπρίδης και μου λέει: "Κάνε ανίχνευση να δεις ποιες είναι οι κινήσεις τους για να μπορέσουμε να φύγουμε". Του είπα ότι το μέρος είναι γυμνό και θα μας δουν. Αυτός επέμενε: "Πρέπει να πας". Παίρνω το σύντροφό μου και τα κιάλια και πάω.

Πιάνω ένα ύψωμα και είδα ότι εκείνη τη στιγμή ο στρατός πήγαινε προς τα Τρία Αβγά για να ενισχύσουν τον κλοιό. Μας είδαν και άρχισαν να 'ρχονται κατά πάνω μας. Πήραμε την κατηφόρα για τον ξεροπόταμο, κάτω από το ύψωμα. Το πώς δεν μας πήραν οι σφαίρες ένας Θεός το ξέρει. Βρήκα ένα μέρος δασωμένο με φτέρες και ξαπλώνω μέσα. Φαίνεται ότι με είδαν και έρχονταν να με πιάσουν. Εμένα δεν θα μ' έπιαναν. Θα σκότωνα και θα με σκότωναν. Ήμουν ξαπλωμένος με το χέρι στη σκανδάλη. Κάποια στιγμή πέρασε στο μισό μέτρο δίπλα μου ένας στρατιώτης. Με είδε σίγουρα, αλλά δεν είπε τίποτα. Μπορεί να φοβήθηκε ότι θα τον σκότωνα. Τελικά φύγανε. Άρχισε να νυχτώνει. Η νύχτα ήτανε δικιά μας. Τελικά εγώ και ο σύντροφός μου βρεθήκαμε μόνοι μας μέσα στο Γράμμο, κοντά στα Γρεβενά, σε μέρη που δεν ήξερα. Ο σύντροφος έφυγε και έμεινα εντελώς μόνος μου. Ήμουνα τότε είκοσι χρονών...

Το βράδυ ανέβηκα σ’ ένα ύψωμα και έκανα ανίχνευση. Πιο μακριά ήτανε το χωριό (...) Ντουτσκός. Βρήκα ένα αμπρί και κάθισα μέσα. Κοιμήθηκα και το πρωί στο χωριό βρήκα κάτι γυναικούλες που δουλεύανε, μάλλον θερίζανε. Άρχισα να βαδίζω στην τύχη. Σ' ένα χωματόδρομο βλέπω σπυριά από καλαμπόκι. Λέω, από 'δω έχουνε περάσει αντάρτες. Και για να περάσουνε αντάρτες πρέπει κάπου εκεί κοντά να ήταν μύλος. Όπως το σκέφτηκα έτσι κι έγινε. Προχώρησα πολύ προσεκτικά και κάτω στο ποταμάκι βρήκα το μύλο και κάτι αντάρτισσες ντυμένες στα μαύρα. Ο μύλος άλεθε για τους αντάρτες. Πλησιάζω. Αυτές με συνδέσανε με τον Παλαιολόγο που ήτανε στο Σμόλικα. Γύρισα πάλι στο Γράμμο και όταν φύγαμε τελικά εγώ ήμουν στην οπισθοφυλακή. Μέσα στον εχθρό, σε αποστολή...».

 

kant p2

Σημειώσεις του για τη ζωή του

 

Με την ήττα βρέθηκε στο Ελμπασάν, στην Αλβανία. Κι από 'κει στην Τασκένδη, στην ΕΣΣΔ:

«Περάσαμε όλο το στράτευμα στο Ελμπασάν. Οι ανάπηροι και οι τραυματίες είχαν πάει στο Μπουρέλι. Τα μάχιμα τμήματα ξεκουράστηκαν κάνα μήνα  στο Ελμπασάν και μετά  ήρθαν από  τη  Ρωσία κάτι καράβια, καράβια που μεταφέρανε κάρβουνο. Μεγάλα καράβια, ανοιχτά. Στείλαμε κάτι δικούς μας συντρόφους  ξυλουργούς και τα επενδύσανε από μέσα και μ' αυτά τα πλοία φύγαμε, γιατί αν πηγαίναμε με επιβατικά είμαστε επικίνδυνοι. Οι Αμερικάνοι μπορούσαν να μας βουλιάξουν, ενώ τα καρβουνάδικα ποιος μπορούσε να τα υποψιαστεί;

Φθάσαμε μετά στη Τασκένδη (...). Οι Σοβιετικοί στην αρχή μάς δώσανε τα πάντα: Μόρφωση, δουλειά, περίθαλψη, επί Στάλιν όμως. Μετά το θάνατο του Στάλιν πάνε όλα στο βρόντο. Δηλαδή  αυτή η χώρα γύρισε ανάποδα (...) Φέρανε την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Αυτό έγινε στη Σοβιετική Ένωση».

Η υποδοχή και η αντιμετώπισή τους στη Σοβιετική Ένωση τον είχε εντυπωσιάσει:

«Η μεγάλη χώρα των Λένιν-Στάλιν έδειξε μεγάλο σεβασμό κι αγάπη στους μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες για να μας μορφώσει στρατιωτικά, πολιτικά και τεχνικά. Πολλοί σύντροφοι φοίτησαν σε στρατιωτικές σχολές, άλλοι φοίτησαν πολιτικές επιστήμες κι άλλοι τελείωσαν τεχνικές σχολές».

Είχε γίνει μέλος του ΚΚΕ το 1948.

Μετά την πολιτική αλλαγή του 1974 στην Ελλάδα και τον επαναπατρισμό του, καθώς διαφωνούσε με το ΚΚΕ για την υποστήριξή του στη Σοβιετική Ένωση, όπως και για άλλα θέματα, συντάχθηκε με το Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας (ΕΚΚΕ). Πέθανε στη Λευκίμμη, σε ηλικία 90 ετών, τις 23 Ιανουαρίου 2016.

2

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2019 17:53

Please publish modules in offcanvas position.