Τετάρτη, 01 Φεβρουαρίου 2023 11:55

Οι «Σκλάβοι» του Κ. Θεοτόκη και οι Προκρούστες τους

sklavoith002Έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης και οι «Σκλάβοι» του, δηλαδή το περίφημο έργο του «Σκλάβοι στα δεσμά τους» με τη διάχυτη σοσιαλιστική του αντίληψη, που κυκλοφόρησε το 1922, συνεχίζουν να διχάζουν τους κριτικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κάποιοι ξορκίζουν κιόλας τους «Σκλάβους», ευσχήμως, ακόμη και στις μέρες μας.

Ξεπερνούν μέχρι σήμερα τις εκατό, εξ όσων γνωρίζουμε, οι ετερόκλητες ιδεολογικά, συχνά τελείως αντιτιθέμενες μεταξύ τους, ακόμη και αντιφατικές στα διάφορα συμπεράσματά τους, κριτικές προσλήψεις του έργου από θεωρητικούς της λογοτεχνίας, ιστορικούς ή και λογοτέχνες. Κανέναν τους, θα λέγαμε σχηματικά, δεν άφησαν αδιάφορο οι «Σκλάβοι». Για να μιλήσουμε μάλιστα και με πολιτικούς όρους, δεν έχουν συμπέσει στις κρίσεις τους ούτε όλοι οι υποστηρικτές του αστικού καθεστώτος μεταξύ τους, ούτε οι θιασώτες μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Τι πιο φυσιολογικό βέβαια, αφού το κορυφαίο αυτό μυθιστόρημα του Κερκυραίου σοσιαλιστή και μεγάλου συγγραφέα, όπως έχει αποδειχθεί πια νομίζουμε, κινείται σε πολλά επίπεδα, εξετάζει τον άνθρωπο στην πολυπλοκότητά του, απομυθοποιεί την ηθικοπλαστική προσέγγιση και, καθώς ανατέμνει πολλαπλώς την κοινωνική ζωή, με εμφανή επίκληση της μαρξιστικής θεωρίας του ιστορικού υλισμού, προσφέρεται για πολυσήμαντες ερμηνείες.

Η πρόσληψη των «Σκλάβων», πολύ απλά, ποικίλλει. Εξαρτάται, θα λέγαμε, κυρίως ίσως από την ιδεολογική σκευή των φιλόλογων και άλλων κριτικών τους, από τα σημεία εκείνα στα οποία επιλέγει ο καθένας να εντρυφήσει ή αντιλαμβάνεται ως κυρίαρχα, μα άλλο τόσο ίσως και από το κατά πόσον το εμβληματικό αυτό μυθιστόρημα του Κερκυραίου συγγραφέα εξετάζεται με τα τρέχοντα φιλολογικά και κοινωνικοπολιτικά μέτρα ή με εκείνα της εποχής του.

 

sklavoith003

 

Ο Θεοτόκης (1872-1923), λέγανε εδώ και δεκαετίες μερικοί, ευθέως ή με άλλα λόγια, το 1922 δεν πίστευε, δεν είχε ακλόνητη την πεποίθηση, ότι η ελληνική κοινωνία θα μπορούσε όντως να γίνει σοσιαλιστική στα χρόνια του ή στο κοντινό του μέλλον, αν όχι και στα δικά μας χρόνια, διαφορετικά οι λίγο ή πολύ απαισιόδοξοι «Σκλάβοι» του δεν θα είχαν την παραμικρή αμφιβολία για την επικείμενη απελευθέρωσή τους από τα κάθε είδους δεσμά τους και, αντιθέτως, θα είχαν κάποιο «happy end».

Πίστευε κι εκείνος ακόμα ο υποστηρικτής των σοσιαλιστικών ιδεών - λέγανε με τον τρόπο τους κάποιοι ακόμη και εκθειάζοντάς τον για να «περάσουν» καλύτερα το μήνυμά τους, επικαλούμενοι τον βαθύ ανθρωπισμό και τη σοφία του - πως στον αιώνα τον άπαντα οι σκλάβοι της άδικης κοινωνικής ζωής θα μένουν δέσμιοι παθών και ελαττωμάτων και γι' αυτό σκλάβοι!

Ανεπιτυχώς βέβαια, σαν άλλοι Προκρούστες επιχειρούσαν να «κοντύνουν» τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη και μαζί, περισσότερο από κάθε άλλο έργο του, τους «Σκλάβους» του.

Με το υποτίθεται ακαταμάχητο επιχείρημα της έλλειψης «happy end», αρκετοί, ανάμεσά τους μάλιστα ακόμη και ορισμένοι σοσιαλιστές, προτιμούσαν να τοποθετούν εμμέσως το έργο του Κ. Θ. στη σφαίρα των έργων της λεγόμενης νατουραλιστικής, ιδεαλιστικής λογοτεχνικής σχολής που άνθισε κατά κύριο λόγο στη Γαλλία. Εκείνης δηλαδή, αν το αποδίδουμε σωστά, που απεικονίζοντας ωμά την κοινωνική πραγματικότητα, συχνά απέδιδε τους κοινωνικούς συμβιβασμούς ή και την απραξία των ανθρώπων σε μεγάλο βαθμό είτε και κυρίως σε εσωτερικές παρορμήσεις και σε ακαταμάχητα ένστικτα ή πάθη και ροπές μοιρολατρικής υποταγής, χωρίς ωστόσο να παραβλέπει τις οικονομικές αιτίες των προβλημάτων και την οικονομική και κοινωνική δομή, που εμποδίζουν την ολόπλευρη κοινωνική πρόοδο. Τεκμηρίωναν ως έναν βαθμό, με βάση μιαν αποσπασματική αντίληψη του έργου, ότι αυτό κατά κάποιον τρόπο «έμπαζε νερά», να το πούμε έτσι, στη σοσιαλιστική ιδεολογική σκευή του.

 

sklavoith004

 

Κι αυτό, παρόλο που από το 1924 σε δημοσιεύματά του ο λόγιος και συναγωνιστής του Κ. Θ. στην Κέρκυρα Γεράσιμος Σπαταλάς (1877-1971) «φώναζε» με ισχυρά επιχειρήματα - η μελέτη του με τίτλο «Το έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη» εκδόθηκε το 1926 - ότι οι «Σκλάβοι» αντιπροσωπεύουν αναντίρρητα, είτε κυρίως είτε σε μεγάλο βαθμό, τη μαρξιστική θεωρία του ιστορικού υλισμού.

Τι σόι «σοσιαλιστικό», επέμεναν ωστόσο με άλλα λόγια ορισμένοι, μπορεί να είναι ένα μυθιστόρημα, καθώς αυτό έχει πικρό τέλος και ο ίδιος ο βασικός ήρωας σοσιαλιστής, ο Άλκης Σωζόμενος, όντως διακηρύσσει όσα επαναστατικά διακηρύσσει, αλλά συγχρόνως κάποιες στιγμές αμφιβάλλει αν είναι εφικτό στον καιρό του να πετύχει και να χαρεί την επικράτηση του σοσιαλιστικού του κοινωνικού οράματος και φεύγει τελικά από τη ζωή νικημένος;

Επέμεναν ορισμένοι, ακόμη και για δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του έργου, πως όσο κι αν ακόμη και πολύ γνωστοί μη σοσιαλιστές κριτικοί ερμήνευσαν το έργο ως λογοτεχνική δημιουργία μπολιασμένη και κινημένη εξαιρετικά από τις ιδέες της θεωρίας του ιστορικού υλισμού και ευρύτερα του μαρξισμού, οι «Σκλάβοι» δεν μπορούν ούτε κατά διάνοια, ούτε στο πλαίσιο ευρύτερου χαρακτηρισμού τους, να θεωρηθούν και ως σοσιαλιστικό μυθιστόρημα, αφού έδειχναν ανθρώπους με «αιώνια» πάθη και αδυναμία να δράσουν αποτελεσματικά.

Θεωρώντας το έργο οτιδήποτε άλλο εκτός από σοσιαλιστικό, παρέβλεπαν τελείως το γεγονός ότι ο ήρωας Άλκης Σωζόμενος και ο αφηγητής αυτού του έργου διακήρυσσαν ξεκάθαρα σε πολλά σημεία του πως είναι αναπότρεπτη η επικράτηση των σοσιαλιστικών ιδεών, καθώς και πολλές άλλες παρόμοιες θέσεις και μη επιδεχόμενες αμφιβολιών για την πίστη τους όσον αφορά την αλήθεια και την αποδοχή και τη νίκη της μαρξιστικής θεωρίας.

Παρέβλεπαν και το ευρέως γνωστό γεγονός πως ο Κ. Θ. από το 1910, δηλαδή δύο χρόνια πριν αρχίσει να γράφει τους «Σκλάβους» του σε μια πρώτη μορφή τους, σε μιαν επιστολή του στον σοσιαλιστή Κώστα Χατζόπουλο, ενώ εξέφραζε τη θέλησή του να συμβάλλει ώστε να δοθεί μια «πρώτη γυρισιά στη ρόδα της Αλήθειας» με τη σημαία των ιδεών του επιστημονικού σοσιαλισμού, με όποιες βέβαια συγχύσεις επικρατούσαν ακόμη γύρω από την έννοια του σοσιαλισμού, συγχρόνως αμφέβαλλε για το εάν μπορούσε να συμβεί αυτό νικηφόρα σ' εκείνες τις συνθήκες. Διατυπώνοντας τη γνώμη του πως «σε τούτο το Κράτος είναι αδύνατο να προκόψει κάτι, γιατί ο κόσμος είναι βουτημένος στο ψέμα και στην αμάθειά του» και «οι τάξεις εδώ στην Ελλάδα δεν έχουν χωριστεί και δεν παλεύουν», ο Κ. Θ. δήλωνε τότε: «Όλες μου οι συμπάθειες είναι με το μέρος του λαού, του μικρού λαού, που γελιέται και τον γελούν». Ξεπερνώντας μάλιστα τους δισταγμούς του, ως γνωστόν μπήκε στη μάχη στο πλευρό των εργαζομένων και των άλλων σοσιαλιστών της Κέρκυρας, ακόμη και ως άτυπος ηγέτης τους. Αλλά αφού κάποιες αμφιβολίες για τη νίκη τους στον καιρό του υπάρχουν σε κάποια σημεία και στους «Σκλάβους» του, συμπέραιναν κι έγραφαν καλοπροαίρετα ή όχι κάποιοι κριτικοί με αστικές κυρίως αντιλήψεις, σιγά μην έχει και σοσιαλιστικό χαρακτήρα αυτό το σπουδαίο έργο του ή ακόμη και ότι δεν ήταν πραγματικός σοσιαλιστής ο Θεοτόκης!

 

sklavoith005

 

Αυτές όλες τις, όπως πιστεύουμε, μονοσήμαντες ή και διαστρεβλωτικές προσλήψεις των «Σκλάβων» και συνολικά του ίδιου του Κ. Θ. και των έργων του, εξέτασε ανατρεπτικά τη δεκαετία του 1960 ο - εικονιζόμενος πάνω - κομμουνιστής λογοτέχνης και κριτικός Τάκης Αδάμος (1914-1991). Εκείνος ήταν, εξ όσων γνωρίζουμε, ο πρώτος που ευθέως εχαρακτήρισε τους «Σκλάβους» ως σοσιαλιστικό μυθιστόρημα.

Χωρίς να έχει αρνηθεί κάποιες εκ πρώτης όψεως ιδεολογικές αμφισημίες ή και τα όποια ενδεχομένως πιθανώς νατουραλιστικά στοιχεία του έργου, σε μελέτη του απάντησε πειστικά, κατά τη γνώμη μας, σε όσους υπερεκτιμούσαν τις όποιες αμφιβολίες είχε και «έβαλε» στους «Σκλάβους» του ο Κ. Θ.

Επικεντρώθηκε, όπως πίστευε, στον ιδεολογικό πυρήνα, στο φιλοσοφικό κέντρο βάρους, στον κυρίαρχο χαρακτήρα του έργου.

 

sklavoith006

 

Έτσι, σε βιβλίο του εκδοτικού οίκου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας «Σύγχρονη Εποχή» με επιλογές έργων του Κ.Θ. και τίτλο «Κωνσταντίνος Θεοτόκης - Επιλογές», που εκδόθηκε τη δεκαετία του 1980, περιλαμβανόταν πρόλογος με τις δικές του θέσεις. Εκεί, ο Τ. Α. εξηγούσε αναλυτικά την άποψη του ότι στους «Σκλάβους» και στο πρόσωπο του ήρωα Άλκη Σωζόμενου ο συγγραφέας «ζωντάνεψε» μεταξύ άλλων «την οργανωτική απειρία, την ιδεολογική ανωριμότητα, αλλά και τις δύσκολες αντικειμενικές συνθήκες για την ανάπτυξη μαζικού σοσιαλιστικού κινήματος». Οι «Σκλάβοι», αποφάνθηκε κατηγορηματικά, με τα απελευθερωτικά και λυτρωτικά τους μηνύματα αποτέλεσαν στη χώρα μας «ορόσημο και αφετηρία για το ρεαλιστικό σοσιαλιστικό μυθιστόρημα». Η λογική αυτή, δοσμένη με την πένα του Τάκη Αδάμου, διέτρεχε και ένα παρόμοιο βιβλίο για τον Κ. Θ., που είχε θέσει σε κυκλοφορία το 1967 ο υποστηριζόμενος από το εκτός νόμου τότε ΚΚΕ εκδοτικός οίκος «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις». Αυτό ήταν το πνεύμα και εκπομπών για τον Κ. Θ., που μετέδιδε στη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών, από το εξωτερικό, ο ραδιοσταθμός του ΚΚΕ «Η φωνή της Αλήθειας».

 

sklavoith007

 

Η θέση του Αδάμου έχει συμπεριληφθεί και σε έκδοση και επανεκδόσεις του μυθιστορήματος των «Σκλάβων» από τη «Σύγχρονη Εποχή» ως τις μέρες μας.

Όπως είναι φυσικό, άλλοι δεν έχουν δει έτσι το μυθιστόρημα. Συνέχισαν, αρκετοί, να το βλέπουν αλλιώς. Άντε, να δεχθούμε, μας έχουν πει κάποιοι, έστω ότι το έργο διακατέχεται και από τη θεωρία του δαρβινισμού, μαζί με εκείνη του νατουραλισμού, αλλά όχι δα και του μαρξισμού, αποφάνθηκαν. Η κριτική πολυγλωσσία καλά κρατεί. Αν μη τι άλλο, αυτή ήταν πάντα ευπρόσδεκτη στην Κέρκυρα που έχει ήδη στο ενεργητικό της μεγάλα επιστημονικά και άλλα συνέδρια για τον Κ. Θ. και ετοιμάζει ένα ακόμη, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που οργανώνονται από την Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών και άλλους φορείς για τα 100 χρόνια από τον θάνατό του (1923). Το νέο επιστημονικό συνέδριο, καθώς από το προηγούμενο μεσολάβησαν τρεις και πλέον δεκαετίες με ποικίλες νέες ή αναπαλαιωμένες προσεγγίσεις του έργου του Κ. Θ., αναμένεται, όπως είναι φυσικό, με εύλογο ενδιαφέρον.

Στο διάβα του χρόνου, μερικές φορές σαφώς καλοπροαίρετα, ορισμένοι επικαλούνταν και τον ιστορικό Γιάννη Κορδάτο (1891-1961) για να στηρίξουν όπως-όπως ορισμένες από τις αντίθετες προς εκείνες του Αδάμου απόψεις τους.

Μολονότι κύλησε από τότε πολύς χρόνος, γεγονός είναι ότι, όπως πρώτος μεταξύ των ιδεαλιστών έκανε σε βιβλίο ο Κερκυραίος εκπαιδευτικός Σπύρος Γ. Κοντός το 1924, με το κριτικό έργο του «Κωνστ. Μ. Θεοτόκης» και ενώ δημοσιευόταν μελέτη του Σπαταλά με διαφορετικές θέσεις, κάποιοι επιμένουν ακόμη και στις μέρες μας να ισχυρίζονται σαν τον Κοντό, με διαφορετικά λόγια βέβαια, πως όντως αυτό που θέλησε τελικά να μας πει ο Ντίνος Θεοτόκης με τους «Σκλάβους» του είναι πως είμαστε καταδικασμένοι. Πως αυτός ο «καλός άνθρωπος» με τους «Σκλάβους» του μας είπε τάχα ότι θα μείνουμε για πάντα σκλάβοι στα πολυποίκιλα καπιταλιστικά και αρχέγονα δεσμά μας. Σκλάβοι παθών μας, σχεδόν κάποιας κακομοιριάς μας, «αιώνιων» ενστίκτων και ροπών. Καταδικασμένοι να μην σηκώνουμε κεφάλι, όσο κι αν θέλουμε μια καλύτερη και διαφορετική κοινωνία. Πως είμαστε, τάχα, δεμένοι πισθάγκωνα, χειροπόδαρα, αλυσοδεμένοι για τα καλά, δεν μπορούμε και δεν θα σπάσουμε ποτέ τις κοινωνικές αλυσίδες μας. Τα διαμήνυσε αυτά υποτίθεται στη στερνή ολοκληρωμένη δημιουργία του - επιμένουν - και ο εκ των πρωτοπόρων της σοσιαλιστικής σκέψης στον καιρό του σοφός αυτός λογοτέχνης, μας είπαν ορισμένοι με άλλα λόγια. Στάθηκε ανίκανος τελικά κι αυτός - είπαν περίπου άλλοι - να απαλλαγεί από προλήψεις, δεισιδαιμονίες και το κακό συναπάντημα του ιδεαλισμού.

Ο Κ. Θ., είχε υποστηρίξει ο Κοντός κρίνοντας τους «Σκλάβους» του, σε μια περίοδο της ζωής του είχε... προσβληθεί από «παράκρουσιν» προερχόμενη «εκ της μελέτης του Καρλ Μαρξ», όταν «ώρμησε να εγκολπωθή τον κομμουνισμόν». Είχε πάθει «παροδικήν παραπλάνησιν (...) από τα αιθέρια ινδάλματα, με τα οποία συνίπτατο η ψυχή του από τας υψηλάς, τας ευγενείς ουτοπίας, από τα ασύλληπτα ιδανικά της κατατροπώσεως της αδικίας, της κυριαρχίας της κοινωνικής ηθικής, της απολύτου των πάντων ισότητος, δια της καταργήσεως της ιδιοκτησίας». Αλλά σίγουρα την «απετίναξε, με όλην την δύναμιν της ψυχής του», διαφορετικά στους «Σκλάβους» του δεν θα στεκόταν τόσο ωραία και σε ερωτικά πάθη! Απλώς ήταν... κατάλοιπα της πλάνης του και έγραψε «υπό το κράτος αυτών των εμπνεύσεων» τα σημεία των «Σκλάβων» στα οποία χειροκροτούσε την κοσμοϊστορική σοσιαλιστική ρωσική Επανάσταση και προμηνούσε ότι «σε λίγο θ' αντηχήση μια πρωτάκουστη κραυγή ελευθερίας». Υπήρξε μόνο «πάντοτε φίλος των πασχόντων, αρωγός των θλιβομένων και εν τω κοινωνικώ βίω, ως υπήρξεν απολογητής των δικαίων των ως λογοτέχνης», μα όσα σχετικά έγραψε στους «Σκλάβους» ήταν τάχα αποτέλεσμα της... ιδιοσυγκρασίας του, δεν υποδήλωναν πίστη, δεν τον εξέφραζαν και δεν χαρακτήριζαν το μυθιστόρημα!

Με πολλά διαφορετικά λόγια αυτά έκριναν διάφοροι μελετητές. Ξόρκιζαν κατά το δοκούν και τον σοσιαλισμό του Κ. Θ. και τους «Σκλάβους», κλείνοντας τα μάτια τους σε κάθε λαμπερό, φωτεινό μήνυμα τους.

Ότι δήθεν ο Κ. Θ. στάθηκε στο έργο αυτό στην «ανθρώπινη μοίρα» και στο «κακό το ριζικό μας», μας είχε πει περίπου το 1958 και ο βαλλόμενος ενωρίτερα από το ΕΑΜ Κέρκυρας για ακροδεξιές λογικές, υποστηρικτής του εργατικού κινήματος της Κέρκυρας παρακαλώ στα νιάτα του, στα χρόνια του Θεοτόκη, διαπρεπής νομικός, πρώτος πρόεδρος μάλιστα της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών το 1952. Ο επί μακρόν και πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Κέρκυρας, Θεόδωρος Μακρής (1885- 1970). Ποιο «κοινωνιστικό» μυθιστόρημα και σαχλαμάρες, μόνο για τη μοίρα και για αιώνια κι απαρασάλευτα δεσμά του ανθρώπινου γένους είχε γράψει ο Θεοτόκης στους «Σκλάβους» του, μας είχε πει ο ίδιος, με τέτοια σχεδόν λόγια, σε κείμενό του καταχωρημένο στα «Κερκυραϊκά Χρονικά». Με κοινωνική τύφλωση ανάλογη του σχολίου του «Ελεύθερου Βήματος» του 1922, να τι έλεγε το δικό του κείμενο για τους «Σκλάβους»: «Ασφαλώς δεν είναι κοινωνιστικό έργο», αντιθέτως δηλώνει «υποταγή στη μοίρα την αδιάφορη, την αδυσώπητη, που στο πείσμα των ανθρώπινων προθέσεων και προσπαθειών αυτή λέει πάντα την τελευταία λέξη και σφραγίζει με την πύρινη σφραγίδα της κάθε ανθρώπινη ύπαρξη και κάθε κοινωνικό προορισμό». Οι «Σκλάβοι», έγραψε επίσης, «είναι το ανώτερο δημιούργημα, όχι μόνο του συγγραφέα, αλλά και όλης της νέας μας φιλολογίας», μα «καθαρά έργο τέχνης». Πόσοι και πόσοι δεν στράφηκαν εναντίον των μηνυμάτων του Θεοτόκη υμνώντας τον!

 

sklavoith008

 

Με λόγια σαν αυτά ο Θ. Μ. είχε κατακεραυνώσει, εμμέσως πλην σαφώς, τον κεντρώο πολιτικά μελετητή και αρχισυντάκτη της «Καθημερινής» Αιμίλιο Χουρμούζιο (1904- 1973), που το 1946, με το βιβλίο του «Κωνστ. Θεοτόκης. Ο εισηγητής του κοινωνιστικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος - Το έργο», είχε διακηρύξει πως εκείνος είναι ο πρωτουργός του ελληνικού «κοινωνιστικού» μυθιστορήματος και πως οι «Σκλάβοι» είναι η κορυφαία έκφραση αυτού του νέου είδους πεζογραφίας, με το οποίο ο Θεοτόκης εμπλούτισε καίρια τη νεοελληνική λογοτεχνία.

Αλλά σάμπως τα ίδια σκουριασμένα πράματα μ' εκείνα του Θ. Μ. δεν είπε για τους «Σκλάβους» και στις μέρες μας, μόλις πριν από δύο χρόνια, ένας πνευματικός εκφραστής της ηγεσίας της Εκκλησίας της Κέρκυρας σε άρθρο του στο διαδίκτυο;

 

sklavoith009

 

Η νέα έκδοση των «Σκλάβων»

Αυτά ήρθαν στη μνήμη μας, φίλες και φίλοι, με αφορμή την εξαιρετική σε κάποια σημεία της νέα έκδοση του εμβληματικού έργου του Κ. Θ. «Σκλάβοι στα δεσμά τους», στο πλαίσιο της έκδοσης εννιάτομης σειράς των φιλολογικών «Απάντων» του από τον μη κερδοσκοπικό Σύλλογο Ωφελίμων Βιβλίων (ΣΩΒ).

Ο σχετικός τόμος με τους «Σκλάβους», που εκδόθηκε τον περασμένο Οκτώβριο τέθηκε σε κυκλοφορία πριν από λίγες ημέρες. Περιλαμβάνει εισαγωγή, σχόλια και επιμέλεια, με την υπογραφή του έχοντος στο ενεργητικό του σημαντικές φιλολογικές μελέτες Δημήτρη Κόκορη, πανεπιστημιακού καθηγητή, ειδικευμένου στη Νεοελληνική Φιλολογία.

Ο Δ. Κ. είναι γνωστό πως έχει ασχοληθεί και άλλη φορά με τον κορυφαίο Κερκυραίο λογοτέχνη και έχει εντοπίσει ιδιαίτερες αρετές στα έργα του. Προσφέρει μιαν άξια συγχαρητηρίων, υποθέτουμε, εκτενή βιβλιογραφική - κριτική προσέγγιση του συγκεκριμένου έργου του Θεοτόκη, υποβοηθητική για τον απαιτητικό αναγνώστη. Αναδεικνύει διάφορες ερμηνείες, συχνά μάλιστα προσφεύγει σε στοιχεία και ερμηνείες που είχε εισφέρει ο γνώριμος στα μέρη μας, αφού είχε υπηρετήσει και στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, πανεπιστημιακός Γιάννης Δάλλας (1924-2020), αν και λόγω οικονομίας χώρου, υποθέτουμε, το κάνει τόσο επιλεκτικά, ώστε αμφιβάλλουμε αν κάνει ευκρινή τον πλούτο των κρίσεων και την ετυμηγορία εκείνου.

Δεν παραλείπει ο Δ. Κ. ούτε να υπενθυμίζει τον σπουδαίο ρόλο που είχε διαδραματίσει στην ανάδειξη των έργων του Κ.Θ. και στην παρουσίασή τους, μερικές φορές με τη βοήθεια και του Δάλλα, ο κορυφαίος ερευνητής της πνευματικής κληρονομιάς του Θεοτόκη και «τελειοθήρας κομμουνιστής», όπως έχει χαρακτηριστεί από σύγχρονο συγγραφέα, Κερκυραίος εκδότης Φίλιππος Βλάχος (1939- 1989). Για τον λόγο αυτό παραθέτει ερμηνευτικό γλωσσάρι του έργου, γραμμένο από εκείνον.

Μια ανυπόγραφη κριτική

Επιπλέον, η Εισαγωγή εισφέρει, ως ενισχυτική των απόψεών της, μιαν ανέκδοτη ως τις μέρες μας, αν δεν κάνουμε λάθος, ανυπόγραφη θεώρηση του εμβληματικού έργου του Κ. Θ., δημοσιευμένη στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», δηλαδή τον πρόγονο της σημερινής εφημερίδας «Το Βήμα». Η εν λόγω κριτική προβάλλεται περίπου, αν καταλάβαμε καλά, ως η πρώτη και ορθή κριτική φιλολογική εξέταση του έργου.

Είχε δημοσιευτεί όντως εκείνη η κριτική τις 18 Αυγούστου 1922. Υποτίθεται «λίγες μέρες, δηλαδή, μετά την κυκλοφορία της πρώτης έκδοσης του μυθιστορήματος», όπως ανακριβώς αναφέρεται.

Τι υποστήριζε σε γενικές γραμμές εκείνη η κριτική που η Εισαγωγή δείχνει να ασπάζεται, τελείως άκριτα μάλιστα; Πως ο συγγραφέας «εδώ κλείνει μια ολόκληρη ζωή, που αρχίζει φυσικά και ήσυχα με τους παλμούς τους αιώνιους του πόνου, που όσο και αν κρύβουνται, ή σε καμάρες φτωχών αρρώστων ή στην κρεββατοκάμαρα μιας πλούσιας γυναίκας που πεθαίνει από την αγωνία ενός ερωτικού πόθου και μιας αστόργου εγκαταλείψεως, είναι, και αποτελούν πάντα αυτοί οι παλμοί το κοινωνικό φόντο της ζωής μας, που μέσα του κινούμεθα σαν πένθιμες σκιές από φαντάσματα και δεν πίνουμε από το ακριβό πιοτό της χαράς, παρά λίγες σταλαγματιές που μας δείχνουν ζωηρότερη τη δύναμη του πόνου».

Κοινωνική τύφλα στο απόγειό της;

Προφανώς ο συντάκτης της κριτικής αυτού του είδους είχε λόγους να μείνει ανώνυμος.

Ωστόσο, για να είμαστε δίκαιοι, είχε προηγηθεί, όπως θα δούμε παρακάτω, μια εν μέρει μόνο ανάλογη, αποσιωπούμενη στον τόμο, κριτική τοποθέτηση, με σοσιαλιστική μάλιστα φρασεολογία, στο αθηναϊκό περιοδικό «Νουμάς».

Ο τόμος του ΣΩΒ περιλαμβάνει, ακόμη, χρήσιμο κατάλογο με πληροφορίες για τα ιστορικά πρόσωπα που αναφέρονται στους «Σκλάβους». Επίσης, χρηστικές για τον αναγνώστη - και ίσως εξαιρετικές, καινοτομικές - προσεγγίσεις στο νεοελληνικό λογοτεχνικό πεδίο των πρώτων δεκαετιών του περασμένου αιώνα.

Συγχρόνως, στην Εισαγωγή αναπτύσσονται θέσεις για πέντε επιμέρους ζητήματα φιλολογικού χαρακτήρα σε σχέση με το έργο, που κοινό παρανομαστή τους έχουν, όμως, την αμφισβήτηση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα των «Σκλάβων», με ευθεία αναφορά στον Τάκη Αδάμο. Παράλληλα, αμφισβητείται και ο πρωτοπόρος ρόλος που είχε αποδώσει ο Αιμίλιος Χουρμούζιος στον Κ. Θ., ως προς τον «κοινωνιστικό» χαρακτήρα της πεζογραφίας του.

Περιέργως, σε αυτά τα δύο ζητήματα, με έμφαση στο πρώτο, επέλεξε η Εισαγωγή στο έργο να εστιάσει τη συμβολή της στην ερμηνεία και στην αναδίφηση της αξίας του, προκειμένου να καταρρίψει τις θέσεις του Αδάμου και παρεμπιπτόντως και του Χουρμούζιου, αναφερόμενη με σεβασμό, είναι αλήθεια, στην προσφορά αμφοτέρων.

Θα λέγαμε ωστόσο, μιλώντας με δημοσιογραφικούς όρους ως αναγνώστες και εκπροσωπώντας βέβαια μόνο τον εαυτό μας, ότι με την Εισήγηση που υπογράφει ο σεβαστός πανεπιστημιακός καθηγητής υιοθετούνται μονοδιάστατες θεωρήσεις, που δεν πάνε μπροστά αλλά γυρίζουν πίσω και σε αμιγώς ιδεαλιστικά μονοπάτια την κριτική θεώρηση των «Σκλάβων» και συνολικά του έργου του Κ. Θ., αδικώντας το. Διότι αυτή δεν υποστηρίζει, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, πως το έργο είναι συγχρόνως και οτιδήποτε άλλο εκτιμά επιστημονικά σε συνάρτηση με τις διάφορες λογοτεχνικές σχολές του καιρού του Κ. Θ., μα διακηρύσσει εμφανώς έωλα και αίολα κατά τη γνώμη μας επιχειρήματα, αναγόμενα σε τρίτους, πως δεν δικαιολογείται ούτε καν η μερική θεώρησή του ως σοσιαλιστικού χαρακτήρα.

Ένα και μοναδικό είναι, τουλάχιστον όπως το αντιληφθήκαμε και το συνοψίζουμε, το προβαλλόμενο επιχείρημα για την απόλυτη αμφισβήτηση των κρίσεων του Αδάμου, στις οποίες επικεντρώνεται η Εισαγωγή. Ποιο είναι αυτό; Είναι το γεγονός ότι ο σοσιαλιστής ήρωας Άλκης Σωζόμενος, ακόμη και αν όπως ξέρουμε σε σημεία του έργου προβάλλει σίγουρος για το δίκαιο των σοσιαλιστικών ιδεών του και την τελική νίκη τους, σε κάποια δείχνει να αμφιβάλλει για την επικράτησή τους στις μέρες του ή και στο ορατό μέλλον. Με άλλα λόγια, το έργο δεν είχε «happy end» ή, πιο σωστά, θεωρείται πως οι κάποιες αμφιβολίες του σοσιαλιστή ήρωα και το πικρό τέλος του έργου ανατρέπουν τη σοσιαλιστική πίστη του Σωζόμενου και τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα του έργου του συγγραφέα. Λες και, θα λέγαμε καταρχάς πάνω σ' αυτό, η πάντα χρήσιμη κατά τον Μπέρτολτ Μπρεχτ αμφιβολία απαγορεύεται, για κάποιον λόγο, να ενδημεί σε μαρξιστές, υποστηρικτές της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Μα δεν είναι ακραία και αστήρικτη η εμμέσως προκύπτουσα συνακόλουθη εκδοχή, για να μιλήσουμε λίγο και με όρους κοινωνίας, ότι όλοι εκείνοι που αγωνίστηκαν στο παρελθόν ή και αγωνίζονται για μια σοσιαλιστική κοινωνική ανατροπή τάχα θα έπρεπε ή πρέπει για κάποιον λόγο να φέρουν και να δείχνουν ανά πάσα στιγμή κάποιο «πιστοποιητικό αισιοδοξίας», να είναι απολύτως βέβαιοι και κατηγορηματικοί, παραβλέποντας κάθε δυσκολία, ως υπεράνθρωποι περίπου, πως σώνει και καλά θα καταφέρουν την ιστορικά πάντα επαναστατική αναμόρφωση μιας κοινωνίας όπως αυτή που πρεσβεύουν και επιθυμούν, διαφορετικά δεν θεωρούνται σοσιαλιστές, δεν λογίζονται επαναστάτες;

Αυτό πιστεύεται άραγε; Ή με όσα αναφέρονται επ' αυτού απλώς αφορίζεται ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός που, μεταξύ άλλων, έδωσε στο έργο ο Αδάμος;

Εικασίες και αμφιβολίες

Ιδού όμως στην κρίση των αναγνωστών ετούτων των γραμμών, καθώς κι εμείς άθελά μας μπορεί να αδικούμε την εξεταζόμενη Εισαγωγή, το πλήρες σκεπτικό της πάνω σ' αυτό, παραλείποντας μόνο τις σημειώσεις- παραπομπές σε τρίτους:

«Η σοσιαλιστική πολιτική ιδεολογία και η ομόλογη δράση του Κωνσταντίνου Θεοτόκη ως προσώπου δεν αρκούν για τον χαρακτηρισμό του μυθιστορήματος “Οι σκλάβοι στα δεσμά τους” ως σοσιαλιστικού. Το ότι, δείγματος χάριν, ο συγγραφέας πρωτοστάτησε στις αρχές της δεκαετίας του 1910 “στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού Συνδέσμου Εργατών της Κέρκυρας” δεν καθιστά το λογοτεχνικό έργο του σοσιαλιστικό. Πάντως, ο Τάκης Αδάμος δείχνει σίγουρος – και αυτή του η γνώμη μεταφέρεται και στην έκδοση του “Οι σκλάβοι στα δεσμά τους” από τη “Σύγχρονη Εποχή”, στις αρχές του 21 ου αιώνα – ότι το συγκεκριμένο έργο “είναι ορόσημο και αφετηρία για το ρεαλιστικό σοσιαλιστικό μυθιστόρημα”. Παρά τον σεβασμό μας προς την γενικότερη παρουσία του Τάκη Αδάμου ως εκπροσώπου της νεοελληνικής αριστερής διανόησης, θα πρέπει να σημειώσουμε πως η εκτίμησή του, η οποία εντάσσεται στη δυναμική ενός αρκετά διαδεδομένου κριτικού στερεοτύπου για το μυθιστόρημα του Θεοτόκη, δεν είναι ακριβής. Ο επηρεασμός, ακόμη και υψηλόβαθμος, ενός λογοτεχνικού έργου από σοσιαλιστικές ιδέες, δεν το καθιστά, οπωσδήποτε, και σοσιαλιστικό. O Roderick Beaton εύστοχα παρατηρεί ότι “Οι Σκλάβοι στα δεσμά τους προσφέρουν ελάχιστη παρηγοριά στον ιδεαλιστή της Αριστεράς”, επειδή δεν εκφράζουν βεβαιότητα για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας ως άξονα υπαρξιακής δικαίωσης. Κάθε καλλιτεχνικό έργο με θέση “αναφέρεται φανερά σε ή ταυτίζεται με ένα αναγνωρισμένο σύστημα σκέψης ή ιδεών”, ενώ ο αναγνώστης ενός μυθιστορήματος με θέση “ικανοποιεί την ανάγκη του για άντληση βεβαιότητας, σταθερότητας και ενότητας, καθώς το μυθιστόρημα με θέση τού την προσφέρει άφθονη”. Κατά τούτο, ένα σοσιαλιστικό λογοτεχνικό έργο ενέχει ως εμφαντική ή και υποδηλούμενη τη συγγραφική πεποίθηση μιας εν δυνάμει πραγμάτωσης του αριστερού οράματος, στοιχείο που κειμενικά δεν επιβεβαιώνεται στο “Οι σκλάβοι στα δεσμά τους”, όπως υποφώσκει ακόμη και στον τίτλο του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, το οποίο, βέβαια, συγκροτεί εξέχον δείγμα ρεαλιστικής κοινωνιστικής πεζογραφίας. Είναι ενδεικτικές, τόσο η αμφιταλάντευση του Άλκη Σωζόμενου στο έκτο κεφάλαιο του Πρώτου Μέρους (στο οποίο η αρχική πίστη του ήρωα για υλοποίηση του σοσιαλιστικού οράματος κλονίζεται από την καταλυτική αμφιβολία), όσο και οι εναρκτήριες φράσεις του τέταρτου κεφαλαίου του Δεύτερου Μέρους, στις οποίες τη φωνή του αφηγητή διαδέχεται η σαρκαστική σκέψη του Άλκη ως προς την πραγμάτωση της κοινωνικής επανάστασης: “Χα, χα!... Εγέλασε σαρκαστικά ο Άλκης Σωζόμενος στο μικρό του γραφείο κι είπε με το νου του: Η επανάσταση!... Η επανάσταση!... Σ’ αυτόν τον τόπο!... Μ’ αυτόν τον κόσμο!... Πώς θα ’ταν ποτέ δυνατή!... Χα, χα!...”. Ήδη το 1924 παρατηρήθηκε ότι “όλοι μέσα σ’ αυτό το έργο παλεύουν σκλάβοι στην οικονομικήν ανάγκη, που δημιούργησαν οι νέες συνθήκες στην κοινωνία”. Τελικά, όμως, υποτάσσονται στην αδήριτη αυτήν ανάγκη, στη δύναμη του πεπρωμένου ή και σε ποικίλες πιέσεις, και έτσι συμβιβάζονται ή και καταστρέφονται, οπότε δεν προκύπτει η ενδοκειμενική τεκμηρίωση για τον χαρακτηρισμό του μυθιστορήματος ως σοσιαλιστικού».

Πάλι καλά, όμως, που με την εξόφθαλμη αφαιρετική ικανότητα που υπηρετούν η επιλογή δύο αποσπασμάτων του έργου και η αποσιώπηση πολλαπλάσιων άλλων, το εμβληματικό αυτό μυθιστόρημα δεν κρίθηκε ευθέως ως μοιρολατρικό και δηλωτικό υποτιθέμενης πεποίθησης του Θεοτόκη για υποταγή σε κάποια «δύναμη του πεπρωμένου»!

Εντυπωσιάζει εξάλλου το γεγονός ότι στο στόχαστρο της κριτικής περιλαμβάνεται και ένα σχόλιο που είχε αναρτήσει το portal του ΚΚΕ «902.gr» το 2020, αναδημοσιεύοντάς το από την εφημερίδα του ΚΚΕ «Ριζοσπάστης», όπου συμπεριλαμβανόταν η θέση του Αδάμου ότι στο έργο του Κ. Θ. «προβάλλει μια κοινωνία καινούργια, ανώτερη, πιο δίκαιη και ανθρώπινη», μια θέση που μερικούς μήνες νωρίτερα είχε διατυπώσει με παρόμοια λόγια - και νομίζουμε ακόμα πιο κατηγορηματικά - η Ελένη Μηλιαρονικολάκη, υπεύθυνη του Τμήματος Πολιτισμού της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, μιλώντας ειδικότερα για τους «Σκλάβους». Ούτε καν αυτά τα λόγια δεν φάνηκαν ορθά. «Ξέφυγε», ίσως, ένα άλλο ανάλογο σχόλιο τρίτου για τον Κ. Θ., που το «902.gr» είχε αναδημοσιεύσει το 2019, τιτλοφορώντας το «Ο επαναστάτης λογοτέχνης που έγραψε για να απελευθερώσει τους σκλάβους από τα δεσμά τους»; Απλώς θεωρείται, άραγε, πως ο πανεπιστήμονας θα λέγαμε σοσιαλιστής Κ. Θ. πάνω στην ωριμότητά του έκανε το λάθος να γράψει έργο που κάποια επιστημονική «μεζούρα» αποκάλυψε ως κάθε άλλο παρά σοσιαλιστικό;

Κριτικάρεται μάλιστα ως λανθασμένο και δημοσίευμα του «Βήματος της Κυριακής» του έτους 2020, για τον λόγο ότι σε αυτό αναφερόταν πως οι «Σκλάβοι» αποτελούν «ένα πολύτιμο ντοκουμέντο για την κοινωνία και τον σοσιαλισμό στις αρχές του 20ού αιώνα».

Δεν στρέφονται δηλαδή τα κριτικά βέλη μόνο προς την κατεύθυνση ενός λογοτέχνη και Μέσων του ΚΚΕ, ούτε ειδικότερα και μόνο προς την πλευρά της σχετικής έκδοσης της «Σύγχρονης Εποχής». Αναφέρεται γι' αυτήν εμφατικά ότι κυκλοφόρησε «στις αρχές του 21ου αιώνα», θαρρείς και εννοείται ότι η εν λόγω έκδοση του 2010 επαναλαμβάνει αναχρονιστικά δεδομένα και ξεπερασμένα στερεότυπα, ενώ είναι γνωστό πως αποτελεί, αν δεν κάνουμε λάθος, την πέμπτη επανέκδοση των «Σκλάβων», από τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο, με σχόλια του Τάκη Αδάμου.

Γίνεται λόγος για «κριτικό στερεότυπο», που προφανώς θεωρείται σκόπιμο να ανατραπεί. Διατυπώνεται διαφωνία οριζοντίως και καθέτως, φαίνεται, με οποιαδήποτε παρουσίαση του έργου αυτού του Κ. Θ. ως μυθιστορήματος με πολιτική θέση και σοσιαλιστικού, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, που έχουν υιοθετήσει διάφοροι μελετητές και σχολιαστές, μεταξύ των οποίων βέβαια συγκαταλέγονται και μη αναφερόμενοι στο σχετικό κείμενο κορυφαίοι λογοτέχνες, όπως ο Αντώνης Σαμαράκης.

Η αλήθεια είναι πως ο κ. Δημήτρης Κόκορης είναι συνεπής στις ευπρόσδεκτες, όσο και αν διαφωνούμε με αυτές, απόψεις του επί του θέματος. Γνωρίζουμε από διαφορετική εργασία του ότι η εκτίμησή του για τον Κ. Θ., όπως τουλάχιστον είχε διατυπωθεί το 2006 στο «Βήμα της Κυριακής» σε σχέση και με τους «Σκλάβους», είναι πως «ο σοσιαλιστικής προέλευσης ανθρωπισμός των κειμένων του Θεοτόκη, όπως και της ζωής του, κουβαλάει και τη νατουραλιστική πίστη της κυριαρχίας των ενστίκτων και των εσώτερων ορμών, αλλά και το ρομαντικό μοτίβο του αδιέξοδου έρωτα». Έτσι, τόσο απλά, μπορεί να ερμηνευθεί όμως επιστημονικά εκείνο που ο Γιάννης Δάλλας περιέγραψε ως μια πολυσύνθετη και άξια επιστημονικών μελετών «ανθρωπολογική κατάδυση» που επιχείρησε ο Κ.Θ. στα έργα του;

Καμία καινοτομία λοιπόν επ' αυτών, καμία νέα, μη γνωστή θεώρηση των «Σκλάβων» με την ευκαιρία της νέας έκδοσης. Έτσι, μόνη πραγματική καινοτομία στο ιστορικό των δεκάδων σχετικών εκδόσεων, κραυγαλέα αταίριαστη και άστοχη βέβαια, απομένει η εστίαση μιας ολόκληρης Εισαγωγής βιβλίου για τους «Σκλάβους», όχι στην ανάπτυξη της θέσης του προσώπου που την υπογράφει, αλλά στην αντίκρουση μιας διατυπωμένης εδώ και δεκαετίες γνώμης ενός λογοτέχνη και κριτικού - και πολιτικού στελέχους - του χώρου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, με άστοχες νομίζουμε αναφορές και σε Μέσα του κόμματος αυτού, λόγω μιας επανέκδοσης του έργου με ορισμένες από τις θέσεις του. Και ποιο βιβλίο επιλέχτηκε, ε! Αστοχία, θεωρούμε, μεγάλη.

 

sklavoith010

 

Αν η επιλογή μιας τέτοιας Εισαγωγής, χωρίς την αναγκαία παράθεση της επιχειρηματολογίας της διαφορετικής άποψης, θεωρείται συμβολή στον φωτισμό του αναγνωστικού κοινού, με λύπη αντιτείνουμε πως θα τρίζουν τα κόκαλα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη με αυτή την απόπειρα πλήρους απόσβεσης του σοσιαλιστικού λογοτεχνικού εαυτού του και της γνώμης κάποιων από τους υπερασπιστές του πολιτικών ομοϊδεατών του στα 100 χρόνια, μάλιστα, από τη θανή του!

 

sklavoith011

 

Προφανώς, ας προσθέσουμε εδώ, πέρα από τον Αδάμο, κατά τη λογική αυτή, δεν θα ήξερε τι έγραφε και η Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1963), που σε εξαιρετικό κείμενό της μας παρέδωσε τον γνώριμό της Κ. Θ. - πάνω εικονίζεται ο Θεοτόκης με την Έλλη Αλεξίου (αριστερά) και την Καζαντζάκη - ως «σοσιαλιστή των άκρων».

Ωστόσο είναι αλήθεια, φίλες και φίλοι, πως η κριτική πολυφωνία για τον Κ. Θ. δεν έχει λείψει, έναν αιώνα τώρα, από κανέναν πολιτικό χώρο. Δεν υπήρξε πάντα ενιαία αντίληψη για το έργο του, πράγμα βεβαίως πολύ φυσιολογικό, αν σταθμίσουμε το ότι τα διάφορα έργα του αντανακλούν τα διαφορετικά στάδια της ιδεολογικής και καλλιτεχνικής του αποκρυστάλλωσης, όσο και το ότι εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς σε έργα του και επιφανειακές νατουραλιστικές επιβιώσεις, μαζί με τον σαφή σοσιαλιστικό προσανατολισμό του, αφού προσπαθούσε να διεισδύσει στα κατάβαθα της ψυχής των ανθρώπων. Αλλά σάμπως και οι ουτοπικοί σοσιαλιστές ή και οι πρώτοι νατουραλιστές λογοτέχνες δεν ήταν κατεξοχήν φωτεινά πνεύματα και δεν είναι αλήθεια ότι συχνά, παγκοσμίως, οι σοσιαλιστές λογοτέχνες του καιρού του Κ. Θ., όπως βέβαια και οι αγωνιστές αυτής της ιδεολογίας γενικότερα, δεν αφομοίωναν πάντα δημιουργικά σε όλες τις πλευρές της την επαναστατική κοσμοθεωρία που ασπάζονταν ή και είχαν επιμέρους επιφυλάξεις;

Μια συνηγορία στις απόψεις του Δ. Κ. θα μπορούσε από μιαν άποψη να θεωρηθεί η κρίση που είχε διατυπώσει στον «Νουμά» για τους «Σκλάβους» και τον Κ. Θ. γενικότερα ο συχνά θεωρούμενος και σήμερα εκ των πρωτοπόρων σοσιαλιστών λογοτεχνών του καιρού του, άξιος πεζογράφος Κώστας Παρορίτης (1878-1931), μάλλον πραγματικά λίγες ημέρες μόνο μετά την κυκλοφορία του έργου και εβδομήντα περίπου ημέρες προτού δημοσιευτεί η προαναφερθείσα άχρωμη, άοσμη και άγευστη, κατά τη γνώμη μας, ανυπόγραφη κριτική στο «Ελεύθερο Βήμα», που υιοθετείται στην Εισαγωγή της νέας έκδοσης των «Σκλάβων».

Τι είχε ούτε λίγο ούτε πολύ γράψει ο Κ. Π. για τους «Σκλάβους», κινούμενος βέβαια από διαφορετική αφετηρία; Να ακριβώς τι, που δεν αναφέρει ο Δ. Κ.: «Ο κ. Θεοτόκης, που με τον “Κατάδικό” του μας παρουσιάστηκε τολστοϊκός, τώρα δείχνεται σαν απελπισμένος για τη σωτηρία του κόσμου (...) Ίσως να πιστεύει ότι χρειάζεται ένα γενικό ξεπάστρεμα για να φυτρώνει μια άλλη πλάση. Ίσως η ζωή μας να είναι ένα άλυτο μυστήριο που το διευτύνει κάποια Μοίρα κ' έτσι κάθε προσπάθειά μας πέφτει μάταιη. Θλιβερό αλήθεια συμπέρασμα μιας ψυχής πεσιμιστικής, που η δική μας σοσιαλιστική αισιοδοξία δεν μας επιτρέπει να το υιοθετήσουμε». Επέκρινε τον Θεοτόκη, υποστηρίζοντας αρχικά πως από το έργο «δε βγαίνει καμιά επαναστατική ιδεολογία», πως «δε βγαίνει έκτυπη και ανάγλυφη καμιά ωρισμένη ιδεολογία», για να καταλήγει λέγοντας πως «το συμπέρασμα δε βγαίνει καθαρά». Ούτε είναι παράξενο, όμως, οι πιο μάχιμοι σοσιαλιστές του καιρού εκείνου να επιθυμούσαν από τον Κ. Θ. μια ξεκάθαρη τοποθέτησή του για τις δυνατότητες άμεσης νίκης, απαλλαγμένη από άλλους προβληματισμούς του, θεωρώντας τους ανώφελους ή και ζημιογόνους, ως ηττοπαθείς.

Η κριτική του Κ. Π. δημοσιεύτηκε στο τεύχος του «Νουμά» της 1ης Ιουνίου 1922. Αμφισβητούσε ευθέως την υψηλή τέχνη του έργου και θεωρούσε, περίπου όπως έκανε και η κατοπινή κριτική του «Ελεύθερου Βήματος», ότι οι «Σκλάβοι» βρίσκονταν δήθεν «στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ηθογραφία και στο ρομάντσο». Η ίδια αυτή κριτική θα μπορούσε όμως να συνοψιστεί, επί της ουσίας της, στα λόγια του Παρορίτη ότι ο ήρωας του έργου Άλκης Σωζόμενος, που σημειωτέον ότι ο ίδιος ο Κ. Θ. είχε πει ότι όντως δεν τον είχε πετύχει όσο θα ήθελε, «δεν είναι ο τύπος του επαναστάτη που χρειάζεται σήμερα για ν' ανάψει τη φωτιά». Κατά τα άλλα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι, όπως συμβαίνει λίγο-πολύ πάντα, οι λογοτεχνικές κριτικές και αντιδικίες της περιόδου δεν ήταν πλήρως απαλλαγμένες ούτε από ποικίλα προσωπικά κίνητρα ούτε από έκδηλες αντιφάσεις. Υπήρχε επαναστάτης, αλλά όχι ο επιθυμητός τύπος του.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να ψάξει κανείς επιχειρήματα στον μελετητή της νεοελληνικής λογοτεχνίας Roderick Beaton και στο «Ελεύθερον Βήμα». Ερμηνεύοντας μονόπλευρα και επιλεκτικά το έργο του Κ. Θ., ορισμένα τέτοια επιχειρήματα μπορούν να αντληθούν, εν ανάγκη, ακόμη και από την κινούμενη βέβαια σε άλλο μήκος κύματος κριτική του Κ. Π., πριν από έναν αιώνα, έστω συνεκτιμώντας το ότι η αναμφισβήτητη λογοτεχνική αξία του τελευταίου έχει κριθεί υποδεέστερη εκείνης του Κ. Θ.

Όπως ο Κ. Π. για άλλους λόγους, λανθασμένα κατά τη γνώμη μας, θεώρησε ορθό να θέσει σε δεύτερη μοίρα ή και να διαγράψει από τους «Σκλάβους» με μια μονοκοντυλιά κάθε κατηγορηματική αναφορά τους στην αναπότρεπτη ανατροπή του αστικού καθεστώτος και κάθε υμνητική ευθεία ή έμμεση αναφορά τους στη σοσιαλιστική Επανάσταση του ρωσικού λαού και στον Καρλ Μαρξ, έτσι και ορισμένοι με διαφορετικές αντιλήψεις παραβλέπουν όλα αυτά για να υψώσουν τις - από καιρό πολύ πριν εκδώσει τους «Σκλάβους» διατυπωμένες - αμφιβολίες του Κ. Θ. για τη δυνατότητα να επιτευχθεί η κοινωνική ανατροπή στην Ελλάδα του καιρού του, στις συνθήκες της γνωστής και αναμφισβήτητης οργανωτικής, κοινωνικής και πολιτικής καθυστέρησης του νεαρού ελληνικού λαϊκού κινήματος. Κάποιοι μάλιστα ίσως να θεωρούν τον άξιο αγωνιστή λογοτέχνη Παρορίτη και επικριτή του Κ. Θ. λόγω της αγωνίας του να προχωρήσει με τις πιο κατάλληλες, σύμφωνα με τις απόψεις του, λογοτεχνικές συντεταγμένες η υπόθεση του σοσιαλιστικού κινήματος, στερούμενο του «κύρους» του ανώνυμου και αργοπορημένου κριτικού του «Ελεύθερου Βήματος», ώστε να επικαλεστούν παραπλανητικά κι εκείνον.

Αλλά σαφώς η οπτική του κ. Κόκορη και η αντίληψή του για τον Κ. Θ., όπως θα δούμε και πιο κάτω, είναι ή μάλλον ήταν, στο παρελθόν, εξαιρετικά άδικη και μονομερής.

Ενώ ο Κ. Θ., σύμφωνα με τον αρχισυντάκτη της «Καθημερινής» Χουρμούζιο, ας μας συγχωρέσετε την επανάληψη, «κήρυξε με θάρρος την Επανάσταση» κυρίως βέβαια με τους «Σκλάβους» του, η εξεταζόμενη Εισαγωγή της νέας έκδοσης με τη σειρά της τώρα δείχνει να αρνείται κάθε τέτοια εκδοχή. Σχολιάζοντας μάλιστα τις κρίσεις του - και αρχισυντάκτη του «Ριζοσπάστη» - Τάκη Αδάμου, ατυχώς αφήνει να αιωρείται και η αδιανόητη εκδοχή πως ο Κ. Θ., αφού ανέδειξε συγχρόνως τις πολλές δυσκολίες στην πορεία του ανθρώπου να κατακτήσει την κοινωνία που επιθυμεί, δεν μπορεί, θα ήταν κατά βάθος ένας ανορθολογικός ιδεαλιστής και τελικά αυτό που κήρυξαν οι «Σκλάβοι» δεν είναι άλλο παρά η μεσαιωνική υποταγή στη Μοίρα, το μάταιο του αγώνα και, στην καλύτερη περίπτωση, ο... αστικός φιλελευθερισμός !

Είναι λάθος και αναχρονιστικές, άραγε, για να αφήσουμε κατά μέρος τις όποιες πραγματικές ή υποτιθέμενες επιστημονικές λογοτεχνικές τεκμηριώσεις, που δεν αφορούν άλλωστε αυτές τις γραμμές, όλες οι διαφορετικές αντιλήψεις που σχηματίζουν πολλοί αναγνώστες διαβάζοντας τους «Σκλάβους»; Καταλαβαίνουν λάθος, επειδή κατατρύχονται από κάποια «κριτικά στερεότυπα», όπως εκείνα του Αδάμου και του Χουρμούζιου; Οι σωστές αντιλήψεις, αφήνει να εννοηθεί η Εισαγωγή της νέας έκδοσης διορθώνοντας και το σύγχρονο «Βήμα», είναι εκείνες του «Ελεύθερου Βήματος» του 1922!

Αμφιβάλλουμε, ωστόσο, αν μια τόσο αδόκιμη θέση ανταποκρίνεται στη συνολική προβληματική που εμπεριέχεται στην Εισαγωγή και βέβαια στο ίδιο το έργο.

Μήπως όμως, για να μιλήσουμε λίγο για το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον φεύγοντας από τη λογοτεχνία, ήταν σκλάβος άραγε σε εσώτερα πάθη της ψυχής και πεσιμιστής κι εκείνος ο ηρωικός και δολοφονημένος το 1947 Κερκυραίος κομμουνιστής ήρωας Σπύρος Καλοδίκης, αφού είχε πει, μεταξύ άλλων, ότι «ο κομμουνιστής, ο αγωνιστής ζει, δουλεύει, παλεύει σαν να είναι να ζήσει χίλια χρόνια»;

Μήπως και το κοινωνικοπολιτικό έργο όσων σήμερα, υπερνικώντας και εσωτερικές αντιστάσεις, ρίχνονται κάθε μέρα ή σε αραιά χρονικά διαστήματα σε αγώνες για τη σοσιαλιστική κοινωνία, γνωρίζοντας πως τα εμπόδια είναι πολλά και του είδους κιόλας όσων αναδεικνύει ο Κ. Θ. στους «Σκλάβους» του και πως μπορεί να «είναι μακρύς ο δρόμος τους», για να το πούμε με στίχους του Γιάννη Ρίτσου με τον οποίο επίσης έχει ασχοληθεί ο Δ. Κ., δεν είναι τελικά σοσιαλιστικό, επειδή ενδεχομένως δεν είναι πάντα τόσο «αισιόδοξοι» όσο επιβάλλει κάποια άγνωστη ζυγαριά;

Σε ποια λογική καλούμαστε να προσχωρήσουμε;

Σύμφωνα με την επιστημονική, όπως προβάλλεται, εκδοχή της εξεταζόμενης Εισαγωγής, οι «Σκλάβοι» θα ήταν όντως σοσιαλιστικό μυθιστόρημα αν έλειπαν τελείως από το έργο οι κάποιες αμφιβολίες. Αυτό όμως λίγο απέχει από ομολογία πως είναι όντως σοσιαλιστικό. Υποθέτουμε, λοιπόν, πως τα σημεία της προβληματικής που επιλέχθηκαν να παρουσιαστούν στην Εισαγωγή την αδικούν και δεν εκφράζουν τη συνολική της άποψη.

«Καταλυτική» σιγουριά

Διότι χωρίς αμφιβολία, κατά τη γνώμη μας, την πίστη στην τελική νίκη του λαού διακηρύσσουν ξεκάθαρα οι «Σκλάβοι», όσο και αν στα χρόνια τους υποκύπτουν υπό την πίεση πολλών και διαφορετικών δυνάμεων κι έχουν ένα, επίσης αναμφίβολα, πικρό τέλος, μιαν ήττα, στον δικό τους καιρό.

Από το κεφάλι μας βγάζουμε τα λόγια τους και τη βεβαιότητά τους για τον καιρό που «ο λαός θα καταλάβει τη δύναμή του» ή πιστεύει κανείς πως αυτά αποτελούν απλώς ένα άξιο αγνόησης περιθωριακό ρομαντικό «τσιτάτο» του Κ. Θ.; Έτσι αξιολογούνται και τα λόγια του για τη «γέννηση της νέας λευτεριάς»;

Μήπως δεν ύμνησε πράγματι την κοινωνική επανάσταση, την «εξαίσια βία» της, το άνοιγμα του νέου δρόμου κοινωνικής οργάνωσης στη Ρωσία; Δεν κήρυξε δυνατά το «Ευαγγέλιο της καινούργιας αγάπης» ενός κόσμου «λευτερωμένου από την τυραννία του πλούτου»; Δεν μνημόνευσε τον Καρλ Μαρξ και το «όνειρο της λευτεριάς»; Δεν ευχήθηκε μια «τρικυμία δημιουργικής καταστροφής» εκ μέρους των καταπιεσμένων; Δεν στηλίτευσε τον «άδοξο δρόμο της υποταγής»; Δεν χειροκρότησε τον «κόσμο που εγεννούσε η ανάγκη των πραγμάτων», «το σηκωμό και την επανάσταση», τη «νέα πίστη», την «ανώτερη ανθρωπότητα» που αλλού ήδη επιχειρούσαν; Δεν εξέπεμψε μήνυμα για μια αναπόφευκτη «εποχή αδελφοσύνης» και τη νίκη της Επανάστασης που «θα καθαρίσει τον τόπο»; Δεν διακήρυξε, στο ίδιο αυτό έργο πάντα, πως «δεν υπάρχει δρόμος άλλος» από την Επανάσταση; Δεν σάλπισε «νικητήριο λευτεριάς»;

Δεν διατρέχουν και δεν χαρακτηρίζουν ολόκληρο το έργο του αυτό οι επανειλημμένες αναφορές του είδους που προαναφέρθηκαν, είτε από τον Άλκη Σωζόμενο είτε από τον αφηγητή;

Μήπως τελικά είναι τεκμηριωμένη η άποψη του Τάκη Αδάμου ότι ο Κ. Θ., καθώς ξεπέρασε τον ιδεαλισμό, υπηρέτησε «τα σοσιαλιστικά ιδανικά και με το έργο του», αποκαλύπτοντας την ταξική ουσία των ανθρώπινων σχέσεων;

 

sklavoith012

 

Είχε άδικο και ο Σπύρος Πλασκοβίτης, ο κορυφαίος αυτός μεταπολεμικός Κερκυραίος συγγραφέας, που δεν είδε πνεύμα ηττοπάθειας στον Κ. Θ., που δεν στάθηκε σε «ψύλλους στα άχυρα» και δεν κοίταξε να βγάλει «από τη μύγα ξύγκι», για να το πούμε με ταιριαστά λόγια της λαϊκής σοφίας, αλλά, αντιθέτως, είχε μιλήσει - σε επιστημονικό συνέδριο που είχε οργανώσει το κερκυραϊκό περιοδικό «Πόρφυρας» τις αρχές της δεκαετίας του 1990 - για «το αγωνιστικό φρόνημα της πεζογραφίας, που εδίδαξε με το υψηλό παράδειγμά του ο Κ. Θ.»;

Αξίζει ίσως να προσθέσουμε στο σημείο αυτό κι ετούτη την παρατήρηση του Σ. Π.: «Αν δεν ήταν από πολλά χρόνια μακριά του κόσμου τούτου ο Κ. Θ., θ' άκουγε σίγουρα (...) πως θα έκριναν ακόμα το πάθος και τη δύναμή του (...) ρητορικά σχήματα και θ’ αναζητούσαν σ' αυτόν νοσταλγίες και χαμηλούς τόνους που δεν διαθέτει».

Είχε τονίσει ακόμη ότι ο Κ. Θ. «διοχέτευσε» το σοσιαλιστικό «πιστεύω» του «στις σελίδες της πεζογραφίας του». Και είχε υπογραμμίσει, αναφερόμενος νομίζουμε σε Κερκυραίους παρερμηνευτές του έργου του Κ. Θ.: «Το να νοιώθεις όμως την ομορφιά, τον αέρα της αλήθειας, όθε κι αν προέρχεται, είναι κάτι που δεν εξηγείται και δεν χαρίζεται άκοπα σε κανένα. Αν έχεις τέλεια βυθιστεί στην πολυθόρυβη σύγχυση αισθητικής και... αναισθητικής, που κατακλύζει τη διασκεδαστική εποχή μας, δύσκολα θ' ακούσεις την τίμια και πονεμένη φωνή του Κ. Θ.».

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, πιστεύουμε, δεν ήταν μόνο, όπως έγραψε ο Τάκης Αδάμος, «γενάρχης της πρωτοπόρας σοσιαλιστικής πεζογραφίας στη χώρα μας». Ούτε απλώς ένας ακόμη σοσιαλιστής του καιρού του. Με όλα του τα λάθη του και τις ελλείψεις του ή και τις όποιες ιδεολογικές συγχύσεις του και τις όποιες επιβιώσεις αντιεπιστημονικών θεωριών σε έργα του, ήταν και από άλλες απόψεις πρωτοπόρος λογοτέχνης. Επίσης, ήταν επαναστάτης σοσιαλιστής.

Αλλά μήπως και ο ίδιος ο Τάκης Αδάμος - που είχαμε τη χαρά και την τιμή σε δημοσιογραφικά πόστα να συνεργαστούμε και να συμμεριστούμε τους σχετικούς προβληματισμούς του και για τον λόγο αυτό θεωρήσαμε χρέος μας να υπερασπιστούμε τις θέσεις του από παρερμηνείες και διαστρεβλώσεις - αποσιώπησε τάχα ή δεν εξέτασε επισταμένως, για να δικαιώσει την κρίση του, την πλευρά των αμφιβολιών του Κ. Θ. όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του λαϊκού κινήματος στον καιρό του; Κάθε άλλο! Στην πραγματικότητα ασχολήθηκε με αυτές, δεν τις αποσιώπησε, όπως αποσιωπούνται στην περίπτωση που εξετάζουμε οι άλλες πλευρές του έργου. Ορθώς ή όχι έκρινε ότι «στο πρόσωπο του Άλκη Σωζόμενου, μαζί με τα αναμφισβήτητα προσωπικά του βιώματα, ο Κ. Θεοτόκης ενσαρκώνει τη ζωή και τη δράση των πρωτοπόρων διανοουμένων στην αυγή του σοσιαλιστικού κινήματος στη χώρα μας. Μια σκέψη και μια δράση με όλες τις ελλείψεις, τις απειρίες και τις αδυναμίες εκείνης της εποχής. Ζωντανεύει τις αδύνατες στιγμές τους, τις αμφιβολίες, τις ταλαντεύσεις, τις απογοητεύσεις, αλλά και την ατράνταχτη πίστη τους στο ξύπνημα του λαού, στην επαναστατική αναδημιουργία του τόπου».

Με κανέναν τρόπο, υποθέτουμε, δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως «καταλυτικές αμφιβολίες» και τα λόγια των «Σκλάβων», για να παραθέσουμε και ένα ολοκληρωμένο χαρακτηριστικό απόσπασμα, πως «τόσο οπίσω ο τόπος τούτος δεν ημπορεί να μένει για πάντα κι ούτε μπορεί να περιμένει το φυσικό και αργό ξετύλιγμα για τούτο το ξύπνημα. Πρέπει να 'ναι σύντομο και γρήγορο... Σε μια στιγμή σαν τούτη, όταν σύγνεφα τρικυμίας σηκώνονται σ' όλα τα μέρη, πάνωθε από έναν γερασμένο κόσμο, πώς θα μπορεί να μείνει ο τόπος τούτος αδιάφορος;». Ούτε σημαίνουν βέβαια «καταλυτικές αμφιβολίες» τα λόγια τους, για να παραθέσουμε άλλο ένα μεγάλο χαρακτηριστικό απόσπασμα, πως «αλλού, μια νέα πίστη οδηγούσε σήμερα το ανθρώπινο γένος μέσα από αγώνες βαριούς και δύσκολους... Σε κάποια μέρη κιόλας εκορυφωνόταν εκείνος ο αγώνας... Φωτεινές ψυχές είχαν ιδεί δυνατή τη λύτρωση. Σε λίγο θ' αντηχούσε πρωτάκουστη μια κραυγή χαράς και ελευθερίας».

Πέραν όσων άλλων προαναφέραμε, συνηγορούν και αυτά τα δύο αποσπάσματα, πιστεύετε αλήθεια, στον ισχυρισμό πως απουσιάζει η «συγγραφική πεποίθηση μιας εν δυνάμει πραγμάτωσης του αριστερού οράματος», πως το στοιχείο αυτό «κειμενικά δεν επιβεβαιώνεται», πως ο Κ. Θ. «στη μυθιστοριογραφική του πρακτική δεν δείχνει να πιστεύει στην τελική πραγμάτωση του οράματος» και πώς οι «Σκλάβοι» του «δεν αναδίνουν συγγραφική πίστη για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας»; Τι άλλο πιο κατηγορηματικό μπορούσε να περιμένει κανείς από την υψηλή τέχνη του Κ. Θ.; Με τι είδους παραμορφωτικό φακό διαβάζεται από ποικίλους επικριτές του;

Αν άραγε ο Κ. Θ. αυτολογοκρινόταν και αποσιωπούσε τις γνωστές και μοιραία ποικίλες δυσχέρειες που έχει ένας τέτοιος αγώνας, για την τελική ευόδωση του οποίου δεν αμφιβάλλει, τότε το μυθιστόρημα αυτό - που ήταν η στερνή δημιουργία του - θα ήταν σοσιαλιστικό, ενώ επειδή υπηρετώντας τη μεγάλη και αληθινή Τέχνη δεν τις έκρυψε, αυτό είναι ιδεαλιστικό και εκφράζει ως κατάληξη της λογοτεχνικής πορείας του τον... αστικό φιλελευθερισμό και όσα ιδεαλιστικά θεωρήματα εφηύρε στο έργο του Κ. Θ. το «Ελεύθερον Βήμα» το 1922;

Δεν αρκεί, θα λέγαμε μάλιστα, το γεγονός ότι στο έργο του «ξεσκέπασε» καταλυτικά την ταξική διάσταση της κοινωνίας και τους νόμους της κοινωνικής κίνησης με οδηγό τη θεωρία του Καρλ Μαρξ, έστω με νατουραλιστικές επιβιώσεις, αν όντως υπάρχουν, επικαλούμενος μάλιστα τον ίδιο τον Μαρξ και τα γνωστά μαρξιστικά «Γράμματα από την εξορία»;

Ομολογούμε ότι, όποια κι αν είναι η ορθή επιστημονική λογοτεχνική ετυμηγορία για τους «Σκλάβους», είτε είναι αυτή που θεωρεί και προβάλλει ο Δ. Κ. είτε άλλη, ως αναγνώστες συμμεριζόμαστε την άποψη του Αδάμου ότι ο όντως ο Κ. Θ. είναι «ο γενάρχης της πρωτοπόρας σοσιαλιστικής πεζογραφίας στη χώρα μας», μεταξύ όλων εκείνων, βέβαια, που έχουν κριθεί ως μείζονες Έλληνες πεζογράφοι. Αλλά βέβαια ο Κ. Θ. δεν είναι μόνον αυτό.

Η αμφισβήτηση του Χουρμούζιου

Θα πούμε όμως δυο λόγια - θεωρούμε πως δεν χρειάζονται περισσότερα - και για την άλλη ευθεία αμφισβήτηση που εγείρει ο τόμος του ΣΩΒ. Ο Δ. Κ. αμφισβητεί την κρίση του Αιμίλιου Χουρμούζιου για τον ρόλο του Κ. Θ. ως «εισηγητή του κοινωνιστικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα» και την εκτίμηση εκείνου πως «από τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη αρχίζει - και με πόσην ένταση και με πόσο πάθος ψυχής! - το κοινωνιστικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα».

Ιδού ο αντίλογός του: «Δεν είναι απολύτως διακριβωμένο και καθολικά αποδεκτό ότι ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης είναι “ο εισηγητής του κοινωνιστικού μυθιστορήματος” στη νεοελληνική αφηγηματική πεζογραφία, αλλά χωρίς ταλαντεύσεις μπορούμε να συμφωνήσουμε στο ότι είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του, υπό την έννοια της αξιοποίησης της ρεαλιστικής μεθόδου από τον συγγραφέα, ώστε, πέραν της ψυχογράφησης και της ανάπτυξης των λογοτεχνικών του προσώπων, αφηγηματικά να αναδειχθούν ταξικές διαφορές, κοινωνικές εντάσεις και συγκρούσεις, καθώς και η εξέλιξη της κοινωνίας σε συγκεκριμένο τοπικό και χρονικό πλαίσιο (...) Μένοντας στον χρονικό ορίζοντα του 1922, παρεμπιπτόντως σημειώνουμε ότι σοσιαλιστικό λογοτεχνικό έργο (δώδεκα, μάλιστα, χρόνια πριν από την επίσημη παγίωση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού) μπορεί να θεωρηθεί “Το φως που καίει”, που εξέδωσε τότε ο Κώστας Βάρναλης ως Δήμος Τανάλιας. Γνωστότερη είναι η δεύτερη “ξαναπλασμένη” έκδοση του 1933, στην οποία, αποτυπώνονται τεχνοτροπικές και δομικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με την πρώτη έκδοση, αλλά ο διαλεκτικός και σοσιαλιστικός ιδεολογικός πυρήνας του έργου παρέμεινε αλώβητος και διαυγής».

Ουδέν πέραν αυτών. Δεν μας πληροφορεί σε ποιον ακριβώς άλλο μυθιστοριογράφο θωρεί ο ίδιος ότι ανήκουν τα «πρωτεία». Αντιθέτως επικαλείται, «παρεμπιπτόντως» όπως μας λέει, την επίσης εκδοθείσα το 1922 πρώτη εκδοχή ενός πασίγνωστου και θαυμαστού ποιήματος, το περίφημο «Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη, ενώ βέβαια ο Α. Χ. είχε προσδιορίσει εναργέστατα ότι δεν μιλούσε για τη νεοελληνική λογοτεχνία γενικώς, αλλά ειδικά και μόνο για την ελληνική πεζογραφία και ειδικότερα, για να είμαστε απολύτως ακριβείς, τη μυθιστοριογραφία. Για άλλο «εισηγητικό» μυθιστόρημα αντίστοιχο και προφανώς καλύτερο εκείνου του Κ. Θ., ο Δ. Κ. δεν μας κάνει σοφότερους. Δεν προτείνει τίποτα συγκεκριμένο. Αντιπαρέρχεται του θέματος με γενικότητες ή υπαινικτικές μόνο αναφορές σε άλλα έργα και τελικά με προσφυγή σε λαμπρό ποιητή, η οποία τον τιμά βεβαίως και πιστοποιεί ότι δεν του λείπει η ζητούμενη και για την περίπτωση του Κ. Θ. ευθυκρισία, πέρα από μονομερείς θεωρήσεις με επίκληση επιλεκτικών επιστημονικών θεωριών. Θα το πράξει, να υποθέσουμε, σε επόμενη εργασία του;

Αναμένουμε λοιπόν την επικείμενη «αποκαθήλωση» του Κ. Θ., αν πρόκειται περί αυτού, με εύλογο ενδιαφέρον.

Από την πλευρά μας, σύμφωνα με τη δική μας ταπεινή αναγνωστική αντίληψη, συμμεριζόμαστε την εξής, μη σχολιαζόμενη στο κείμενο του Δ. Κ., θέση που έχει διατυπώσει ο Γιάννης Δάλλας για τον χαρακτηρισμό του Κ. Θ. ως του κατεξοχήν εισηγητή του κοινωνιστικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα:

«Ένας χαρακτηρισμός που δικαιώνεται, αλλά μόνον εξωτερικά και γενικά· δηλαδή γραμματολογικά του αναγνωρίζεται η προτεραιότητα ενός σκαπανέα θα έλεγα και πρωτεργάτη για το είδος. Και πραγματικά, από τους συγχρόνους ομοτέχνους του ούτε ο ομοϊδεάτης του Χατζόπουλος ως προβληματισμένος, ούτε ο Βουτυράς ως αυτοδίδακτος σημασιοδότησε ποτέ κοινωνιολογικά ρητά τα έργα του, ούτε χάραξε κανένας τους μια ανάλογη πορεία (...) Αλλά ο όρος του κοινωνικού πεζογραφήματος είναι, ως τίτλος, προσδιορισμός απόλυτος του έργου του και εσωτερικά το αδικεί και το περιορίζει».

 

sklavoith013

 

Με την ξεχωριστή σοφία του, ο Γ. Δ. το 2001, στη μελέτη του «Κωνσταντίνος Θεοτόκης - Κριτική σπουδή μιας πεζογραφικής πορείας», άφησε την εξής, χρήσιμη και ενόψει του επιστημονικού συνεδρίου που θα οργανώσει η Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών στη διάρκεια του έτους για τον Κ. Θ., παρακαταθήκη: «Επειδή πιστεύω πως πλησίασε για διερεύνηση και κριτική αφομοίωση η ώρα του Θεοτόκη, θα πρότεινα, σε κάθε σπουδαστή του και φυσικά στους ομότεχνους μια κλιμακωτή προσπέλαση και ανάγνωση του έργου του. Μια προσπέλαση και ανάγνωση που θα την άρχιζε ο κοινωνιολόγος, θα τη συνέχιζε ο κοινωνικός ψυχολόγος και θα την ολοκλήρωνε ο ιστορικός και κοινωνικός ανθρωπολόγος, πριν καταπιαστεί μαζί του ο κριτικός του λογοτεχνικού περιεχομένου και της μορφής του έργου του».

Ουδείς υπήρξε, εξ όσων γνωρίζουμε, τόσο βαθύς μελετητής και αναλυτής του έργου και της προσωπικότητας του Θεοτόκη, κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, όσο ο πανεπιστημιακός Γιάννης Δάλλας, επισημαίνοντας και κενά και ελλείψεις και ανακολουθίες του έργου και της ζωής του. Δυστυχώς, όμως, λίγοι μελετητές και ομότεχνοί του φαίνεται να έλαβαν αρκούντως υπόψη τους, από τότε, τις προαναφερθείσες παραινέσεις του, πριν αποφανθούν δίκην τελεσίδικων κριτών και δικαστών για τον Κερκυραίο λογοτέχνη εισηγούμενοι, χωρίς στοιχειώδεις επιφυλάξεις, επιφανειακές, πιστεύουμε, ετυμηγορίες.

Αντιθέτως, ο εγχώριος «αναθεωρητισμός» της Ιστορίας φαίνεται ότι με επιστημονικό μανδύα, μερικές φορές αθέλητα κιόλας από όσους αυτό επιχειρούν τελικά, επεκτείνεται ίσως και στα λογοτεχνικά δρώμενα. Είναι χαρακτηριστικό, από αυτή την άποψη, ότι από άλλους, μα και από τον Δ. Κ. κάποια στιγμή, ο Κ. Θ., ο «σοσιαλιστής των άκρων» κατά την καλή φίλη του κομμουνίστρια λογοτέχνιδα Γαλάτεια Καζαντζάκη, έχει εμφανιστεί να κατέληξε... «θιασώτης του αστικού φιλελευθερισμού»!

Αυτό είχε υποστηριχθεί από τον Δ. Κ. σε μια μάλλον βιαστική βιβλιοκρισία του το 2006, αν και δεν το ασπάζεται, υποθέτουμε, πλέον. Εύλογα, νομίζουμε, δεν το επαναλαμβάνει στην Εισαγωγή του στη νέα έκδοση των «Σκλάβων». Αν το έκανε και σε αυτό ειδικά το βιβλίο, ολόκληρη υποθέτουμε η Εισαγωγή του θα γινόταν στα μάτια των αναγνωστών του, ας μας συγχωρεθεί ο χαρακτηρισμός, πολιτικά καταγέλαστη. Θα αδικούσε άλλωστε τον εαυτό του.

«Θεμελιωτής ο Θεοτόκης»

Γυρνώντας πάλι στον εικοστό αιώνα, οφείλουμε νομίζουμε να σημειώσουμε ότι δεν ήταν οι απόψεις του Κώστα Παρορίτη εκείνες που κυριάρχησαν στον χώρο των σοσιαλιστών της εποχής, ενώ και ο Κορδάτος, που απέδωσε στον Κ. Π. ορισμένες μικροαστικές αντιλήψεις και είχε ο ίδιος διατυπώσει το 1922 ένα πικρό σχόλιο για τον Θεοτόκη, κατέληξε σε κάποιες εν πολλοίς διαφορετικές θέσεις, αναιρώντας νομίζουμε και κάποιες από τις αρχικές, δικές του ανάλογες εκτιμήσεις. Η αστική προπαγάνδα προσπαθούσε άλλωστε να «θάψει» τον αληθινό Θεοτόκη και να τον φέρει στα μέτρα της, άλλοτε συσκοτίζοντας τον βαθιά κοινωνικό και επαναστατικό πιστεύουμε χαρακτήρα της ώριμης λογοτεχνίας του και άλλοτε επιτιθέμενη εναντίον του.

Πολύ αργότερα, στο ώριμο έργο του «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, 1451-1961» και αναφερόμενος ειδικά στους «Σκλάβους», ο Κορδάτος έκανε λόγο για «το πρώτο άρτιο τεχνικά μεγάλο κοινωνικό μυθιστόρημα», αφήνοντας να εννοηθεί ότι είχε μεγάλη επίδραση ευρύτερα στους σοσιαλιστές της εποχής. Αυτό, είπε, «έδωσε στον Θεοτόκη τιμητική θέση στα νεοελληνικά Γράμματα και μεγάλη αίγλη μέσα στους συνειδητούς εργάτες της Κέρκυρας και στους σοσιαλιστές».

Η ετυμηγορία του ήταν ότι ο «ιδεολόγος σοσιαλιστής» Θεοτόκης «κατείχε καλά τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού, αλλά ο βαθύς και πολύπλευρος επιστημονισμός του δεν τον άφησε να εμβαθύνει στη θεωρία και διδασκαλία του μαρξισμού».

Εντόπισε στο έργο, όπως υποστήριξε εμμέσως, επιρροές από τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών. Αναγνώρισε στον Θεοτόκη και στα έργα του την επιθυμία της «κοινωνικής αλλαγής», αλλά του απέδωσε, άγνωστο με ποια στοιχεία, αντιλήψεις για την επίτευξή της, όπως ανέφερε, «εκ των άνω» ή «δια της μορφώσεως των μαζών», αφήνοντας ασχολίαστα, ωστόσο, τα άμεσα και σαφή, κατά τη γνώμη μας επαναστατικά κελεύσματα των «Σκλάβων». Πάντα σύμφωνα με τον ίδιο, ο Κ. Θ., στα έργα του, «χωρίς να κάνει σοσιαλιστική προπαγάνδα, έδωσε δυνατές σελίδες κοινωνικού ρεαλισμού». Ο Άλκης Σωζόμενος, πίστευε, είναι ο ίδιος ο Κ. Θ., ο «ιδεολόγος, που ονειροπολεί την κοινωνική ανατροπή» και που «πεθαίνει με την πίκρα πως δεν μπόρεσε να δει ούτε καν την αρχή της πραγματοποίησης των ονείρων του».

Εντυπωσίασε εξάλλου η κρίση του όσον αφορά το θεωρούμενο σήμερα από αρκετούς ως απλώς νατουραλιστικό, μοιρολατρικό και απαισιόδοξο αλλά κορυφαίο, όπως λένε, έργο του Κ. Θ. «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα». Διαβάζοντάς το προσεκτικά, υποστήριξε ο Κορδάτος, προκύπτει πως ο «ουτοπιστής» σοσιαλιστής, κατά τα άλλα, Θεοτόκης, σαφώς υπονοεί ότι «δε φταίει η ανθρώπινη φύση για τα παραστρατήματα των ανθρώπων, αλλά για τον ηθικό ξεπεσμό της φταίει το καθεστώς της ατομικής ιδιοχτησίας».

Όπως επίσης υποστήριξε, ο Κ. Θ. «σ' όλη του τη ζωή παρέμεινε πιστός στα ιδανικά του».

Αλλά και στο έργο του «Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος», ο Γ. Κ. αναφέρθηκε επί μακρόν στον Κ. Θ., για να σημειώσει, όσον αφορά τους «Σκλάβους», ότι αυτοί του έδωσαν «μεγάλη αίγλη μέσα στις λαϊκές μάζες». Όπως και στο έργο του για τη λογοτεχνία, αναφέρθηκε και σε διάφορους άλλους πεζογράφους, μεταξύ των οποίων και ο Κώστας Χατζόπουλος, που είχαν παρουσιάσει πριν από τον Κ. Θ. ή την ίδια περίοδο δημιουργίες τους με κάποιο «κοινωνιστικό» περιεχόμενο. Ωστόσο, ήταν κατηγορηματικός: «Εκείνος που θεμέλιωσε το κοινωνιστικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα είναι ο Κερκυραίος λογοτέχνης Κ. Θεοτόκης». Δεν παρέλειψε μάλιστα να παρουσιάσει και ένα επαναστατικό σονέτο - ύμνο στην εργατική τάξη, που έγραψε ο Κ. Θ.

Ήδη, το 1926, ας προσθέσουμε εδώ, ο Κερκυραίος επαναστάτης ποιητής και φίλος του Κ. Θ. Νίκος Λευτεριώτης (1889-1962) σε κείμενό του, δημοσιευμένο στον «Φιλότεχνο» του Βόλου, είχε επισημάνει ότι από το 1911 ο Θεοτόκης προσχώρησε - ως γνωστόν μαχητικά - στις ιδέες του σοσιαλισμού και «όσα έγραψε από τότες ως το θάνατό του έχουν όλα τη σφραγίδα της νέας του ιδεολογίας». Ενήμερος προφανώς των ποικιλώνυμων ισχυρισμών γύρω από το ζήτημα αν ο φίλος του έκανε στο έργο του «προπαγάνδα» σοσιαλιστική ή όχι, σημείωσε: «Τις σοσιαλιστικές του θεωρίες δεν μας τις διατυπώνει στο έργο του σαν κοινωνιολόγος, όπως πολλοί άλλοι έχουν κάμει, παρά με θαυμαστή τέχνη μας τις υποβάλλει τόσο απλά και φυσικά, που μόνο ένας δυνατός συγγραφέας θα μπορούσε να το κάμη». Υποθέτουμε ότι το γεγονός αυτό, άλλωστε, ήταν εκείνο που τελικά στο διάβα του χρόνου τον καταξίωσε ιδιαιτέρως στο φιλοσοσιαλιστικό αναγνωστικό κοινό και συγχρόνως τον ανέβασε στο βάθρο του εισηγητή κατά τον Χουρμούζιο ή του θεμελιωτή, κατά τον Κορδάτο, του ελληνικού «κοινωνιστικού» μυθιστορήματος.

 

sklavoith014

 

Υποθέτουμε βάσιμα, νομίζουμε, για να επιστρέψουμε στη νέα έκδοση των «Σκλάβων», ότι η Εισαγωγή τους δεν έχει λάβει υπόψη της την έκδοση του 1967 για τον Κ. Θ., στην οποία αναφερθήκαμε νωρίτερα και η οποία περιλαμβάνει όλη την προβληματική του Τάκη Αδάμου στην πρωτογενή της μορφή.

Πρόκειται άλλωστε για έκδοση η οποία, περιέργως, απουσίαζε επί μακρόν, αν δεν απουσιάζει μάλιστα ακόμη και τώρα, από τις σχετικές με τον Κ. Θ. βιβλιογραφίες.

Ήδη από το 1967, σ' εκείνη την έκδοση, την οποία είχαμε τη χαρά να επισημάνουμε το 2019, ο Τάκης Αδάμος ανέπτυσσε με πληθώρα επιχειρημάτων τη θέση του ότι ο Θεοτόκης, παρά το όποιο «λοξοδρόμισμα» σε σημεία των έργων του, στους «Σκλάβους» του «μετουσιώνει καλλιτεχνικά το νομοτελειακό, ιστορικά, φαινόμενο του περάσματος της κοινωνίας από το ένα κοινωνικό καθεστώς στο άλλο» και «φωτίζει το θαμποχάραμα μιας νέας, ανώτερης, πραγματικά ανθρώπινης κοινωνίας - της σοσιαλιστικής». Επικαλούμενος και την κρίση του Γρηγόρη Ξενόπουλου ότι τα έργα του Κ. Θ. συγχρόνως «αναμοχλεύουν την άβυσσον της ψυχής» και «ανακινούν τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα», σημείωνε στη μελέτη του, την οποία είχε ολοκληρώσει τον Σεπτέμβριο του 1966, ότι ο Κερκυραίος λογοτέχνης θέλησε και μπόρεσε «με το έργο του να μας δώσει τον άνθρωπο στις κοινωνικές του σχέσεις, να ζωντανέψει με αδρή καλλιτεχνική μορφή τις σχέσεις αυτές και να προβάλλει τις ρίζες της ανθρώπινης δυστυχίας: Την οικονομική ανισότητα και την απάνθρωπη εκμετάλλευση που κυριαρχούν στην ταξική κοινωνία». Ο συγγραφέας στάθηκε μάλιστα στην περίπτωση της κερκυραϊκής κοινωνίας, εκτίμησε, διότι «και από την άποψη αυτή η κοινωνική σύνθεση της Κέρκυρας ήταν εξαιρετικά πρόσφορη».

Η μελέτη αυτή του Αδάμου τυπώθηκε στο Βουκουρέστι τον Φεβρουάριο του 1967 από τον τότε εκδοτικό οργανισμό του ΚΚΕ «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», ως Εισαγωγή στο βιβλίο τους «Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Πεζά έργα - Επιλογή». Εκδόθηκε σε 2.000 αντίτυπα και είναι βέβαιον ότι κυκλοφόρησε μέσω του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και στην Ελλάδα. Αυτό το βιβλίο είναι ο πρόγονος εκείνου με τον πανομοιότυπο τίτλο που η «Σύγχρονη Εποχή» εξέδωσε στην Αθήνα μία περίπου δεκαετία μετά την πτώση της χούντας. Από αυτό εκκινούν οι ελάχιστες θέσεις του Αδάμου που έχουν συμπεριληφθεί στο οπισθόφυλλο πέμπτης επανέκδοσης των «Σκλάβων» από τον ίδιο εκδοτικό οίκο το 2010, από τις οποίες «αρπάχτηκε» ο Δ. Κ. για να διατυπώσει, υποθέτουμε ως καινοτομικές και αρμόζουσες στον 21ο αιώνα, τις άδικες πιστεύουμε για την προβληματική του Τάκη Αδάμου θεωρήσεις του.

Από τα μέσα λοιπόν της δεκαετίας του 1960 ο Αδάμος είχε κρίνει ότι ο Θεοτόκης, «πιστός πάντα στα ιδανικά του σοσιαλισμού» καθώς ασπάστηκε τη νέα κοσμοθεωρία, όσα λάθη και αν έκανε, «μέσα στις νέες κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν και στη χώρα μας με την εμφάνιση και ανάπτυξη του καπιταλισμού, ανάμεσα στους πρώτους έλληνες λογοτέχνες μπόρεσε να συλλάβει και να εκφράσει με το έργο του, με θαυμαστό καλλιτεχνικό τρόπο, το νόημα της καινούργιας εποχής, τη βαθύτερη ουσία των κοινωνικών σχέσεων και φαινομένων της ελληνικής ζωής». Υποστήριξε επίσης, τότε, ότι «πίσω από την ηθογραφική μορφή» σειράς έργων του Κ. Θ. υπάρχουν «το κοινωνικό υπόβαθρο» και «η επίμονη αναζήτηση των νόμων που ρυθμίζουν τις σχέσεις των ανθρώπων», διατυπώνοντας συγχρόνως την πεποίθησή του ότι κυρίως από τα πιο ώριμα έργα του αναδύονται «η απέραντη αγάπη που νιώθει για τον απλό λαό, η πίστη του στην αλήθεια και στη δύναμη των ιδανικών του σοσιαλισμού, ο γνήσιος ανθρωπισμός του».

Τόνιζε ακόμα σ' εκείνη τη μελέτη του, αντικρούοντας αιτιάσεις περί του αντιθέτου, ότι το έργο του Κ. Θ. «αντικρίζει την πραγματική ζωή από τη σκοπιά της κοινωνικής επιστήμης», αναδεικνύοντας τη «βαθύτερη ουσία των κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνουν την ανθρώπινη συνείδηση» και παρουσιάζοντας τον άνθρωπο «σαν προσωπικότητα και σαν κοινωνική μονάδα». Ακόμη, ότι ο Κ. Θ. απευθυνόταν στους εργαζόμενους με σκοπό «να τους κάμει ν' αποχτήσουν συνείδηση της δύναμης και της ιστορικής αποστολής τους στην κοινωνία, να τους δείξει το δρόμο και τον τρόπο να βρουν το δίκιο τους και ν' αλλάξουν τη μορφή της ίδιας της κοινωνίας».

Μπορούμε εξάλλου να διαβεβαιώσουμε από συζητήσεις με τον ίδιο, αν και δεν μπορούμε βεβαίως να ισχυριστούμε ότι οι γνώμες που έλαβε έχουν αξιοποιηθεί δημιουργικά, ότι ο Τάκης Αδάμος στη μελέτη του για τον Κ. Θ. έλαβε υπόψη του θέσεις και εκτιμήσεις ανθρώπων τέτοιου πνευματικού και αγωνιστικού διαμετρήματος και τέτοιας κριτικής οξύνοιας, όπως η Έλλη Αλεξίου (1894-1988), ο Μάρκος Αυγέρης (1884-1973), ο Κώστας Βάρναλης (1884-1974) και η Γαλάτεια Καζαντζάκη, που είχαν γνωρίσει τον Κ. Θ. και γνώριζαν φυσικά και το έργο του.

Είναι γνωστό εξάλλου ότι ο ίδιος ασχολήθηκε επισταμένως και με τη μελέτη άλλων σπουδαίων Ελλήνων πεζογράφων του καιρού του Κ. Θ. που το έργο τους είχε «κοινωνιστικά» χαρακτηριστικά, όπως ο Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865-1922), ο Γρηγόρης Ξενόπουλος (1867- 1951), ο Κώστας Χατζόπουλος (1868-1920), ο Δημοσθένης Βουτυράς (1872-1958) και άλλοι, σε ξεχωριστό βιβλίο του για την ελληνική πεζογραφία και ποίηση. Είχε τονίσει μάλιστα σε αυτό: «Η αξιοποίηση της λογοτεχνικής, γενικότερα της πνευματικής, κληρονομιάς είναι από τα σοβαρότερα πολιτιστικά προβλήματα που έχει ν' αντιμετωπίσει κάθε λαός και κάθε τόπος. Γιατί, όσο είναι αλήθεια πως δεν μπορεί να πάει κανείς μπροστά, κοιτάζοντας προς τα πίσω, άλλο τόσο αληθεύει και πως χωρίς ρίζες κανένα δέντρο δεν μπορεί να βγάλει φύλλα και κλαριά και να δέσει καρπό. Έτσι, η αξιοποίηση κάθε προοδευτικού στοιχείου από την πνευματική παράδοση αποτελεί τη σταθερή κι ελπιδοφόρα βάση, που πάνω της θα μπορέσει να στηριχτεί το καινούριο πνευματικό οικοδόμημα». Οι θέσεις του Τ. Α. χαρακτηρίζονταν πάντα νομίζουμε από ευρύ πνεύμα και ειδικά για τον Κ. Θ. έχουν διατυπωθεί όχι μόνο στην προαναφερθείσα έκδοση του 1967, μα και στον πρώτο τόμο της δίτομης έκδοσής του «Η λογοτεχνική κληρονομιά μας», που κυκλοφόρησε από τις «Εκδόσεις Καστανιώτη» το 1979. Κανείς, νομίζουμε, δεν μπορεί να του αποδώσει κομματικές «παρωπίδες».

Επίσης, θέσεις ανάλογες με εκείνες του Τ. Α. για τον Κ. Θ. είχε διατυπώσει εξάλλου από παλιά, μάλλον από το 1961, ο κορυφαίος ίσως Κερκυραίος φιλόλογος της γενιάς του, κομμουνιστής εκπαιδευτικός Περικλής Καλοδίκης (1906-1981), που βέβαια ήταν σε θέση, καθώς είχε μεγαλώσει στην Κέρκυρα, να γνωρίζει καλά αρκετά πράγματα από φίλους και συναγωνιστές του Κ. Θ. Βρισκόταν κι αυτός στη Ρουμανία, μαζί και με τον Αδάμο, καθώς αμφότεροι είχαν την κοινή τύχη του πολιτικού πρόσφυγα. Συμπεριέλαβε τη δική του ετυμηγορία στην τετράτομη «Νεοελληνική Λογοτεχνία» του, που κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Gutenberg» το 1976 και από τότε ανατυπώθηκε τρεις, τουλάχιστον, φορές. Σύμφωνα με τη δική του κρίση, ο Κ. Θ. εσήμανε στην ελληνική πεζογραφία «τον αναπόφευκτο χαμό» του αστικού κοινωνικού καθεστώτος, προχωρώντας στην «καταδίκη του συστήματος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας».

Επανέλαβε εξάλλου με άλλα λόγια κι αυτό που η Γαλάτεια Καζαντζάκη είχε πει για τον φίλο της Θεοτόκη το 1945. Ότι, δηλαδή, πίστευε πως «χρειαζόταν ν' αλλάξει από τα θεμέλια το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς».

Έπαινος στον Θεοτόκη

«Αίνος στον Κωνσταντίνο Θεοτόκη», θυμίζουμε, ήταν ο τίτλος κειμένου - εισήγησης του συνήθως μετρημένου στον λόγο του Δάλλα στο επιστημονικό συνέδριο «Η συνάντηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας με το εργατικό κίνημα και την κομμουνιστική ιδεολογία από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και τον Μεσοπόλεμο», που είχε γίνει στην αίθουσα εκδηλώσεων των κεντρικών γραφείων του ΚΚΕ στον Περισσό της Αττικής, το 2018, για τα 100 χρόνια του εν λόγω κόμματος. Ο τίτλος του ολιγόλογου κειμένου του, που έχει καταχωρηθεί σε τόμο του εκδοτικού οίκου του ΚΚΕ «Σύγχρονη Εποχή» με τα Πρακτικά του συνεδρίου, τα λέει όλα, νομίζουμε, για τη γνώμη του και την τιμή που αξίζει κατ' αυτόν στον Κ. Θ. για το έργο του.

Η Ελένη Μηλιαρονικολάκη είχε σημειώσει, τότε, για τον μέγα Κερκυραίο λογοτέχνη: «Ο Θεοτόκης, άνθρωπος με πλατιούς μορφωτικούς ορίζοντες, ξεχωρίζει από τους σύγχρονούς του πεζογράφους, για την εκφραστική πνοή και την αισθητική αρτιότητα του έργου του. Μετά την ιδεολογική μεταστροφή του γύρω στο 1911 από τον νιτσεϊσμό και τον γερμανικό ιδεαλισμό στον υλισμό, κατόρθωσε να εκφράσει στο έργο του με πολύ μεγαλύτερη από τον Χατζόπουλο καθαρότητα και ωριμότητα την ταξική, οικονομική βάση των κοινωνικών σχέσεων και φαινομένων της ελληνικής ζωής, με την παρουσία μάλιστα της εργατικής τάξης στο εξελισσόμενο βιομηχανικό περιβάλλον. Έφτασε να ξεπεράσει τον κριτικό ρεαλισμό, προβάλλοντας στο σπουδαίο μυθιστόρημά του "Σκλάβοι στα δεσμά τους" (1922) την αναγκαιότητα μιας καινούργιας και ανώτερης κοινωνίας».

Αλήθεια όμως, καθώς δεν μπορούμε να αποφύγουμε ένα ακόμη ρητορικό ερώτημα, τι φαντάζεται κανείς ότι εννοεί η Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών όταν, σε κείμενό της για τον Κ.Θ. ενόψει εκδηλώσεων που οργανώνει εφέτος για εκείνον, αναφέρει ότι με το έργο του στάθηκε και «εισηγητής κοινωνικών αξιών»; Μήπως η ΕΚΣ εννοεί τελείως διαφορετικές «αξίες» από εκείνες του τύπου της παντοκρατορίας των αισθήσεων, των πεπρωμένων υποταγής και διαφόρων συναφών νατουραλιστικών θεωρημάτων που ο Κ. Θ. τάχα, όπως υποστηρίζεται, υψώνει με τα έργα του; Ή λαθεύει και η Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών μαζί με τόσους και τόσους άλλους που δεν έχουν συμμεριστεί τις ατυχείς αξιολογήσεις της Εισαγωγής στη νέα αυτή έκδοση των «Σκλάβων»;

Μήπως αναχρονιστικές και αντιεπιστημονικές είναι, τελικά, κυρίως οι κρίσεις για τον Κ. Θ. όπως εκείνη του «Ελεύθερου Βήματος» του 1922 που υιοθετείται ίσως αβασάνιστα, τολμούμε να υποθέσουμε, από έναν άξιο, κατά τα άλλα, πανεπιστημιακό;

Αναρωτηθήκαμε όμως με την ευκαιρία, καθώς οι γραμμές αυτές δεν διεκδικούν οποιαδήποτε φιλολογική - επιστημονική βαρύτητα δεδομένου ότι δεν έχουμε τέτοια φόντα, αλλά αποτελούν απλώς παράθεση προσωπικών σκέψεων με δημοσιογραφικούς όρους, ως αναγνωστών, κάτι ακόμη: Τι να πιστεύουν άραγε για τον Κ.Θ. και τα έργα του οι Κερκυραίοι υποστηρικτές μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας και της επαναστατικής θεωρίας του Καρλ Μαρξ, που ουδείς κριτικός μέχρι σήμερα έχει αμφισβητήσει ότι ο Θεοτόκης για λίγο ή για πολύ ασπάστηκε και στον έναν ή τον άλλο βαθμό, να το πούμε έτσι για να καλύψουμε όλο το εύρος των μελετητών του, μετουσίωσε ή επιχείρησε να μετουσιώσει λογοτεχνικά με τον δικό του τρόπο σε μέρος έστω των έργων του;

 

sklavoith015

 

Προτιμούμε, αντί αναφορών σε σχετικές και ποικίλες εκδηλώσεις που έχουν γίνει τα προηγούμενα χρόνια στην Κέρκυρα και από τη δική τους πλευρά, δηλαδή πέραν εκείνων των πάρα πολλών που οργανώθηκαν από άλλους ευρύτερους φορείς, να αναφέρουμε ένα δημοσίευμα για τον Κ. Θ., με τίτλο «50 χρόνια από το θάνατο του Ντίνου Θεοτόκη», που είχε γίνει τις 14 Νοεμβρίου του 1974 και αφορούσε, βέβαια, σε αναδρομική τιμή και πληροφορίες για το τι είχε συμβεί το 1973, ενώ κυβερνούσε ακόμα τη χώρα η χούντα. Είχε συμπεριληφθεί σε φύλλο της εφημερίδας «Αγώνας», που εξέδιδε τότε η Νομαρχιακή Επιτροπή Κέρκυρας του ΚΚΕ. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς παρέχει και την πληροφορία, μεταξύ άλλων, ότι ο παράνομος ραδιοσταθμός του ΚΚΕ «Φωνή της Αλήθειας» το 1973 είχε μεταδώσει θέμα με πληροφορίες για τη φωτιά που είχε ξεσπάσει στον οικογενειακό πύργο του Θεοτόκη στο χωριό του Καρουσάδες. Από το ίδιο δημοσίευμα προκύπτει, επίσης, ότι στην Κέρκυρα κυκλοφορούσαν έργα του, μέσω του εκδοτικού οίκου «Κείμενα» του Κερκυραίου αγωνιστή και εκδότη Φίλιππου Βλάχου, καθώς και ότι στα 50 χρόνια του θανάτου του, το 1973, υπήρξε έντυπο λογοτεχνικό αφιέρωμα σε εκείνον.

Να τι ανέφερε το δημοσίευμα της εφημερίδας των Κερκυραίων κομμουνιστών:

«Μέσα στο πυκνό σκοτάδι της χουντικής τρομοκρατίας, πέρασαν πέρυσι απαρατήρητα τα 50χρονα από το θάνατο του Ντίνου Θεοτόκη, ενός από τους πρωτοπόρους της Ελληνικής προοδευτικής λογοτεχνίας. Η παρουσία του συγγραφέα στα ελληνικά γράμματα σημαδεύεται από βαθειές κοινωνικές αλλαγές στον Ελληνικό χώρο, που όπως είναι φυσικό επιδρούν πάνω στην καλλιτεχνική δημιουργία των πιο φωτισμένων μυαλών της εποχής. Η αριστοκρατική του καταγωγή δεν τον εμποδίζει να γίνει θερμός υποστηριχτής της των πρώτων σοσιαλιστικών ιδεών, που φουντώνουν σ' όλη την Ευρώπη και συνεργάτης της "Σοσιαλιστικής Ομάδας της Κέρκυρας", ενός από τους πρώτους σοσιαλιστικούς ομίλους στην Ελλάδα, που γρήγορα απλώθηκαν στις περισσότερες πόλεις. Είναι και η δημιουργικότερη περίοδος της λογοτεχνικής του δουλειάς, τότε, που μας έδωσε την "Τιμή και το χρήμα", τον "Κατάδικο", την "Ζωή και το θάνατο του Καραβέλλα" κι αργότερα τους "Σκλάβους στα δεσμά τους", έργα, που διαπνέονται από το βαθύ σοσιαλιστικό ουμανισμό του και από έντονη και αμείλιχτη καταδίκη των αξιών του αστικού συστήματος, που αρχίζει να κλονίζεται. Πολύπλευρη η προσφορά του στα γράμματα. Μεταφραστής ελληνικών κλασικών και λατινικών κειμένων, έργων του Σαίξπηρ και ποιημάτων Γκαίτε και Σίλλερ, με βαθειά και πλατιά μόρφωση, μας άφησε μία πλούσια δημιουργία παρά τον πρόωρο θάνατό του. Η Χούντα τον... περιφρόνησε!! Προσπάθησε να κρατήσει στην αφάνεια τη μνήμη του, όπως έκανε για όλους τους άξιους δουλευτάδες του πνεύματος. Η "Φωνή της Αλήθειας" τίμησε το Θεοτόκη σε λογοτεχνικό σχόλιο και μαζί τους άξιους συμπατριώτες, τους Καρουσαδίτες, που αψήφησαν τον κίνδυνο όσο μεγάλος κι' αν ήταν, για να σώσουν το σπίτι και τα προσωπικά του κειμήλια από την περυσινή πυρκαϊά. Ιδιαίτερα φροντισμένη ήταν και η "Συντεχνία", περιοδικό αφιέρωμα στο λογοτέχνη. Επιμελημένες όλες οι εκδόσεις των έργων του από τα "Κείμενα" που μεγάλο κόπο και μεράκι έχουν αφιερώσει για τη συγκέντρωση και την προβολή του έργου του Ντίνου Θεοτόκη».

Μάλλον δεν ισχύουν λοιπόν, θα λέγαμε, οι θεωρίες περί... «λίγης παρηγοριάς» που προσφέρουν τα έργα του Κ. Θ. στους υποστηρικτές μιας δίκαιης κοινωνίας «ιδεαλιστές της Αριστεράς», όπως προτιμούν ορισμένοι να τους αποκαλούν, ισχυριζόμενοι πως οι αγωνιστές έχουν ανάγκη «παρηγοριάς».

Πόσο διαφορετική, θα λέγαμε κοντολογίς, η λαϊκή αίσθηση για τον Κ. Θ. και τους «Σκλάβους» του από αυτήν που λανσάρει η νέα έκδοση του σπουδαίου αυτού έργου του!

Κάθε νέα έκδοση των «Σκλάβων», ακόμη και αν τους συνοδεύουν άστοχες κρίσεις, είναι ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, ωφέλιμη.

Η δύναμή τους, τελικά, ειδικά μάλιστα σ' ετούτα τα μέρη, έχει αποδειχθεί ακατανίκητη.

* Κείμενο αφιερωμένο στη μνήμη του εκπαιδευτικού, λογοτέχνη, κριτικού λογοτεχνίας και προέδρου της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, δημοσιογράφου - αρχισυντάκτη της εφημερίδας «Ριζοσπάστης», αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης με φυλακίσεις και εξορίες, πολιτικού στελέχους και ευρωβουλευτή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας Τάκη Αδάμου.

ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΣΤΡΙΝΟΣ

1

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 02 Φεβρουαρίου 2023 12:45

Please publish modules in offcanvas position.