Μαζί με το 2025 έπεσε η αυλαία της εντυπωσιακής, δίμηνης επετειακής έκθεσης «Μνήμες Πολέμου και Κατοχής» που οργάνωσαν στον χώρο τους στο Παλαιό Φρούριο της πόλης της Κέρκυρας τα Αρχεία Νομού Κέρκυρας (ΑΝΚ) των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ), ογδόντα χρόνια από τη συντριβή του φασιστικού Άξονα και τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Παρά το γεγονός ότι εκ των πραγμάτων υπήρξαν κρίσιμες πλευρές που έμειναν αθέατες ελλείψει ανάλογων υλικών στα ΑΝΚ ή και για λόγους αυτοπροστασίας από ενδεχόμενες πολιτικές επιπλοκές, αυτή ήταν, υποθέτουμε, η σημαντικότερη, πιο πλούσια, διαφωτιστική και αντιπροσωπευτική έκθεση αρχειακών υλικών που έχει γίνει στον τόπο μας, πληροφορώντας μας με σπάνια ντοκουμέντα για όσα απίστευτα δεινά υπέστησαν οι πρόγονοί μας από τη διπλή φασιστική κατοχή του νησιού ή, για να το πούμε αλλιώς, για το τι συνέβη πραγματικά τότε στην Κέρκυρα. Από το ελλιπώς σωζόμενο Αρχείο της Νομαρχίας Κέρκυρας, που αναδείχθηκε, ήλθαν στο φως νέα στοιχεία, συμπληρωματικά σε όσα μας κληροδότησαν στα σημαντικά μεταπολεμικά βιβλία τους «Αρχείον και καθημερινά περιστατικά γεγονότα επί ιταλικής και γερμανικής κατοχής» ο Μητροπολίτης Μεθόδιος Κοντοστάνος και «Χρόνια Πολέμου και Κατοχής» ο δημοσιογράφος Κώστας Δαφνής, καθώς και σε εξειδικευμένες εργασίες τους διάφοροι άλλοι μελετητές και ερευνητές· ως γνωστόν οι δύο προ πολλού εξαντλημένες προαναφερθείσες εκδόσεις παραμένουν έως τις μέρες μας, ώσπου να εκδοθεί κάποια καινούργια αξιοποιώντας και όσα τεκμήρια έχουν έλθει από τότε στη δημοσιότητα, οι κυριότερες πηγές κάποιας σφαιρικής πληροφόρησης, έστω προσαρμοσμένης σε πολιτικές σκοπιμότητες της μεταπολεμικής περιόδου, για εκείνα τα φοβερά χρόνια.
Η έκθεση των ΑΝΚ αξιοποίησε, κυρίως, το σωζόμενο, πλην όμως αναξιοποίητο έως τώρα, αρχείο της Νομαρχίας. Συμπεριέλαβε, αν τα υπολογίζουμε σωστά, 112 βασικά τεκμήρια, που κάλυπταν ενδεικτικά, σε επτά διαφορετικές προθήκες, ποικίλες πλευρές του θέματος: από δράσεις και γεγονότα των παραμονών του πολέμου και των πρώτων βομβαρδισμών της Κέρκυρας από τους Ιταλούς έως την απελευθέρωση και τις πρώτες επαφές και διχογνωμίες των νέων κυβερνητικών αρχών με το κυρίαρχο στο νησί, όπως έχει προ πολλού αποδειχθεί, ΕΑΜ Κέρκυρας. Ξεδιπλώνονται στην πληθώρα των υλικών, μπορεί να πει κανείς, πλείστα όσα δεινά του λαού της Κέρκυρας, καταναγκασμοί και μηχανισμοί καταστολής που χρησιμοποιήθηκαν -με όχημα πολλές φορές την ίδια τη Νομαρχία Κέρκυρας ως έκφραση τοπικών παραγόντων που έθεταν εαυτούς στην υπηρεσία των κατακτητών- για την πειθάρχηση του λαού στις κατοχικές ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις, η φασιστική βαρβαρότητα, ακόμη και οι απόπειρες εξανδραποδισμού της εθνικής συνείδησης.
Όπως ήταν βέβαια αναμενόμενο, στα εκθεσιακά υλικά δεν υπήρχαν στοιχεία –αφού για ευκολονόητους λόγους μαζί με άλλα έγγραφα εξαφανίστηκαν τότε από το αρχεία της Νομαρχίας Κέρκυρας και δεν σώθηκαν στα ΑΝΚ– για το αμφιλεγόμενο Πρωτόκολλο παράδοσης της Κέρκυρας στους Ιταλούς τον Απρίλιο του 1941, τις οδηγίες της εξόριστης από την Αθήνα ελληνικής κυβέρνησης και τους πρωταγωνιστές εκείνων των γεγονότων, καθώς και για την πλήρη έκταση της συνεργασίας των διορισμένων από τους κατακτητές τοπικών αρχών τόσο με τους δυνάστες του λαού όσο και με τις προδοτικές κυβερνήσεις-μαριονέτες των Αθηνών. Είναι χαρακτηριστικό, ωστόσο, ότι διόλου λίγες οδηγίες-απαιτήσεις των κατακτητών προς τον πληθυσμό εκδηλώνονταν μέσω ιταμών ελληνικών ανακοινώσεων που εξέδιδαν υποτακτικοί τους, στο όνομα της Νομαρχίας Κέρκυρας.
Αναδεικνύονται έκδηλα από τα διαθέσιμα υλικά, σε συνάρτηση βεβαίως με άλλα γνωστά γεγονότα, πλευρές των δραματικών εξελίξεων, του τυχοδιωκτισμού, των πολιτικών σκοπιμοτήτων και της υποκρισίας με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος ο κερκυραϊκός λαός, έχοντας απέναντί του ακόμη και «ηγετικά» στελέχη του τόπου, αρμόδια για την προστασία του, ήδη προτού καταληφθεί η Κέρκυρα.

Έτσι, στις 8 Απριλίου 1941, είκοσι μέρες περίπου προτού αποβιβαστούν στο νησί οι Ιταλοί, είχε κυκλοφορήσει στο νησί παραπλανητική «Προκήρυξη» του Στρατιωτικού Διοικητή της νήσου, συνταγματάρχη Δημήτριου Πολύζου, προς τον κερκυραϊκό λαό, με την οποία επιχειρούσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ως αντιτιθέμενος τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γερμανία, ενώ παρασκηνιακά επεδίωκε την κατάληψη από τα ναζιστικά στρατεύματα και στο Παλαιό Φρούριο κυμάτιζε μια... γερμανική σημαία πλάι στην ελληνική!
Ο συγκεκριμένος στρατιωτικός με τη στάση του οδήγησε στη διάλυση του τοπικού 10ου Συντάγματος Πεζικού. Παλιός απόστρατος, είχε γίνει εργολάβος-συνεργάτης της Γερμανίας σε μπίζνες της στην Ελλάδα και η δικτατορία Μεταξά τον είχε επαναφέρει στο στράτευμα, τοποθετώντας τον επικεφαλής των στρατευμάτων στην Κέρκυρα, που ήταν βέβαιο ότι λόγω της θέσης της θα αποτελούσε έναν από τους πρώτους επιθετικούς στόχους σε ενδεχόμενη ιταλική εισβολή. Λίγο μετά την ουσιαστικά ανεμπόδιστη απόβαση των Ιταλών στην Κέρκυρα ανέλαβε... υπουργός της κυβέρνησης-μαριονέτας των κατακτητών υπό τον Γ. Τσολάκογλου στην Αθήνα. Καταδικάστηκε μετά τον πόλεμο, για συνεργασία με τον εχθρό, σε πολυετή φυλάκιση. Στην «προκήρυξη» που είχε εκδώσει περίσσευαν οι εθνικιστικές κορόνες και φανφάρες κενές περιεχομένου, αλλά όσες φορές και αν τη διαβάσει κανείς δεν θα βρει λέξη, ούτε για δείγμα, για κάποιου είδους αντίσταση!
Ο μεταξικός εσμός, ενώ... τελούσε δοξολογίες στην Αθήνα για τα θύματα των βομβαρδισμών στο νησί από τα ιταλικά αεροπλάνα, δεν είχε εφοδιάσει την Κέρκυρα με στοιχειωδώς έστω κατάλληλο αντιαεροπορικό εξοπλισμό. Στην πραγματικότητα, την είχε αφήσει απροστάτευτη στο έλεος της αεροπορίας του Μουσολίνι.

Οι τοποτηρητές της μεταξικής «νέας τάξης» είχαν από νωρίς ως βασική έγνοια τους, ενώ ο βομβαρδιζόμενος λαός υπέφερε και τους κατέκρινε, τη διασφάλιση της πρωτοκαθεδρίας της επιτιθέμενης σε κάθε δημοκρατικό στοιχείο φασιστικής Εθνικής Οργάνωσης Νέων (ΕΟΝ).
Καλώντας στις 27 Δεκεμβρίου 1940 σε δοξολογία και σχετικές εκδηλώσεις την 1η Ιανουαρίου 1941 για το νέο έτος, ο νομάρχης Ευστ. Διασάκος όριζε ότι θα έχουν δεσπόζουσα θέση, πριν και από σειρά επίσημων αξιωματούχων του τόπου, «οι Περιφερειακοί Διοικηταί της Ε.Ο.Ν. μετά των Επιτελείων των», ξεκαθαρίζοντας ότι θα γίνονταν δεκτοί εκπρόσωποι μόνον από «νομίμως ανεγνωρισμένους και λειτουργούντες» φορείς, ενώ βέβαια αρκετοί άλλοι παρέμεναν δέσμιοι του καθεστώτος στις φυλακές της πόλης, παρόλο που ζητούσαν να σταλούν στο πολεμικό μέτωπο. Αυτό που κυρίως ένοιαζε τη μεταξική κλίκα ήταν η χρήση οπλισμένων μπράβων, με την καθοδήγηση γνωστού εκπαιδευτικού που έγινε αργότερα και προπαγανδιστής της χούντας των συνταγματαρχών του 1967, για την «προστασία» της από τη λαϊκή κατακραυγή.

Φύλλο της εφημερίδας της Μητρόπολης «Εκκλησία» πιστοποιεί ότι η Κέρκυρα το 1941 βομβαρδίστηκε επανειλημμένα από τους Ιταλούς σε μεγάλες μέρες-γιορτές της χριστιανοσύνης.
Αναφέρει, μεταξύ άλλων, το σχετικό δημοσίευμα, με τον τίτλο «Η νέα βεβήλωσις»: «Οι δόλιοι και αιμοδιψείς κατά της χώρας ημών επιδρομής, αποδείξαντες κατά το παρελθόν πάσαν αυτών την ασέβειαν προς τα ιερά και τα όσια των λαών δια της κατά την Μεγ. Παρασκευήν κατά χώρας ειρηνικής και αόπλου επιδρομής και της κατά την εορτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου υπούλου και ανάνδρου επιθέσεως, προσέθηκαν και αύθις νέαν επί ταις ύβρεσι ύβριν, δολοφονήσαντες αθώους της πόλεως Κερκύρας κατοίκους κατά την εύσημον της ενσάρκου του Κυρίου οικονομίας εορτήν. Οι και μικράν μόνον έναντι του ανθρωπισμού τρέφοντες αιδημοσύνην θα έφριττον προ του νέου τούτου "κατορθώματος" των "πεπολιτισμένων" αγρίων».

Στις 3 Απριλίου 1941, σύμφωνα με έγγραφο της Νομαρχίας -όταν Νομάρχης ήταν ο Ευάγγελος Αβέρωφ- προς το υπουργείο Εσωτερικών, ο πληθυσμός της πόλης, όπως είχε συμβεί και στη φάση των αρχικών βομβαρδισμών στα τέλη του 1940, λόγω των διαδοχικών νέων δολοφονικών αεροπορικών επιθέσεων «μετεκινήθη αποτόμως και αθρόως προς την ύπαιθρον του Νομού και τα εν τη πόλει καταφύγια». Η κατάσταση ήταν δραματική, καθώς είχε προκύψει «επιτακτικόν πρόβλημα του στοιχειώδους σιτισμού», κυρίως για όσους είχαν καταφύγει στην ενδοχώρα. Στα καταφύγια διένειμε κάποια τρόφιμα, κατόπιν επιτάξεων, αστυνομική δύναμη. Στα χωριά είχαν σχηματιστεί τριμελείς Επιτροπές, αρμόδιες για τη σίτιση, ενώ στερούνταν εφοδών. Η κρατική Πρόνοια, όπως ομολογείται στο έγγραφο, δεν είχε λειτουργήσει, με συνέπεια να βρισκόταν σε εξέλιξη «οξύτατον πρόβλημα του κινδύνου του εξ ασιτίας θανάτου των ενδεεστέρων προσφύγων της υπαίθρου». Η Νομαρχία από τα τέλη Νοεμβρίου του 1940 είχε επιβάλει, έλεγε, «πεντηκοντάλεπτον εισφοράν επί εκάστης οκάς πωλουμένου αλεύρου» στο νησί, υπέρ των απόρων.

Ο σχεδόν κρυμμένος σε βίλες -όπως έχει καταγγελθεί- Νομάρχης Κέρκυρας της περιόδου έναρξης του πολέμου, Δ. Θεοφανόπουλος, στις 31 Οκτωβρίου 1940 με έγγραφό του είχε ζητήσει από τους επικεφαλής των δημόσιων Οργανισμών και των Τραπεζών να... καταρτίσουν μελέτες προστασίας από τις βόμβες. Επικαλούνταν αορίστως οδηγίες που είχαν δοθεί σε υπαλλήλους κατά τη λειτουργία «Σχολείων Παθητικής Αεραμύνης». Λίγο αργότερα αντικαταστάθηκε.

Επιτροπή, με επικεφαλής τον δικαστή Ευστ. Γκίκα και τον Έφορο Αρχαιοτήτων Ιω. Παπαδημητρίου, είχε επιφορτιστεί με το καθήκον προφύλαξης και διάσωσης των αρχαιολογικών θησαυρών του τόπου.
Σύμφωνα με έγγραφο της «Επιτροπής εξασφαλίσεως αρχαίων Μουσείου Κέρκυρας», με ημερομηνία 21 Μαρτίου 1941, ειδική μέριμνα είχε ληφθεί για το περίφημο αέτωμα της Γοργούς. Αυτό, μαζί με τον μαρμάρινο αρχαϊκό λέοντα, «είχε μεταφερθή ήδη από του Σεπτεμβρίου του 1939 εις το κτίριον της Ρολίνας (σ.σ. περίπου εκεί που είναι σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο), όπερ είχε παραχωρηθή υπό του Δήμου Κερκυραίων δια την στέγασιν του Μουσείου (σ.σ. οι ναζί κατακτητές και καταχραστές οργάνωσαν αργότερα... εγκαίνια, με παρόντα επίλεκτα στελέχη της "υψηλής κοινωνίας" της Κέρκυρας να τους εξυμνούν) μετά την εκ νέου παραχώρησιν των Παλαιών Ανακτόρων εις την Α.Μ. τον Βασιλέα». Κρίνονταν αναγκαία επιπρόσθετα μέτρα.
![]() | ![]() | ![]() |
Σπίτια είχαν καταστεί ακατοίκητα, εν τω μεταξύ, από τους πρώτους κιόλας βομβαρδισμούς.
Στις 20 Νοεμβρίου 1940, με έγγραφό της προς τον Νομάρχη (εικονίζεται πιο πάνω, πρώτο από αριστερά), η δασκάλα Μαρία σύζυγος Αντωνίου Αθανάσαινα, το γένος Γεωργίου Λινάρδου, περιέγραφε την καταστροφή του σπιτιού της, επί της Α' παρόδου Αγίας Θεοδώρας, από βόμβα που έσκασε στις 2 Νοεμβρίου 1940 σε μικρή πλατεία, ελάχιστα μέτρα από το σπιτικό της. Από τότε έμενε σε καταφύγιο των Παλαιών Ανακτόρων.
Άστεγος, αλλά πια και «εντελώς άπορος», όπως εξηγούσε σε υπόμνημά του προς την Αστυνομική Διεύθυνση Κέρκυρας (βλ. πάνω στο μέσον), ήταν για τον ίδιο λόγο ο Φρειδερίκος Ρίκκης. Το σπίτι όπου έμενε, επί της 2ης παρόδου της οδού Πανελληνίου, είχε πέσει θύμα βομβαρδισμού την τέταρτη κιόλας μέρα από την κήρυξη του πολέμου του Μουσολίνι: την 1η Νοεμβρίου 1940.
Αρχειακά υλικά αυτού του είδους, πέραν του ότι προσδιορίζουν αδιαμφισβήτητα τη χρονική περίοδο των πρώτων σοβαρών πληγμάτων στην πόλη της Κέρκυρας, αναδεικνύουν γλαφυρά με προσωπικές εξιστορήσεις την ανθρώπινη τραγωδία που προκάλεσαν οι εξαρχής, καθώς φαίνεται από τέτοια τεκμήρια, ανελέητοι αεροπορικοί βομβαρδισμοί, με στόχο κατοικημένες περιοχές.
«Τελείως κατεστραμμένος», επίσης από βόμβες της 1ης Νοεμβρίου, δήλωνε στις 15 Δεκεμβρίου 1940, σε αίτησή του προς τη Νομαρχία για βοήθεια (το σχετικό έγγραφο πάνω δεξιά), ο Κωνσταντίνος Λάμπρος. Το σπίτι του, επί της οδού Γυμναστηρίου 13, ήταν πια ακατοίκητο.
![]() | ![]() |
Είχε πληγεί καίρια επίσης, ανάμεσα βέβαια σε τόσο και τόσα άλλα, το σπίτι του αρχαιολόγου Ιω. Παπαδημητρίου, σε δρόμο που είχε μετονομαστεί από την κερκυραϊκή μεταξική κλίκα σε... 4ης Αυγούστου. Όπως δήλωνε στις 5 Φεβρουαρίου 1941 σε έγγραφη βεβαίωσή του (πάνω αριστερά), η κατοικία χτυπήθηκε πρώτη φορά την 1η Νοεμβρίου και δεύτερη στις 25 του ίδιου μήνα του 1940.
Οι βομβαρδισμοί των πρώτων ημερών εκείνου του Νοεμβρίου, καθώς αποδεικνύεται, ήταν καθημερινοί. Η έξοδος-φυγή από την πόλη προς τα χωριά ήταν συνεχής.
Έγγραφο του Εμμανουήλ Βαρκάδου προς τη Νομαρχία, με ημερομηνία 2 Ιανουαρίου 1941 (πάνω δεξιά), αναφέρει ότι η ιδιόκτητη οικία του επί της οδού Μητροπολίτου Αθανασίου 71 χτυπήθηκε καταστροφικά από τα ιταλικά αεροπλάνα στις 3 Νοεμβρίου. Όπως εξηγεί, είχε μετακομίσει στην οδό Καλοχαιρέτου 7 και λίγο μετά είχε καταφύγει και ζούσε πια στο χωριό Κυνοπιάστες.

Ένα από τα εκθέματα παρουσιάζει, με βάση αναγραφή σε Ηρώο Πεσόντων, τα ονόματα 50 Κερκυραίων που είχε γίνει γνωστό ότι έχασαν τη ζωή τους ήδη το 1940 συμμετέχοντας στον πόλεμο.

Οι ζημιές είχαν πλήξει από νωρίς και την εξατάξια Δημόσια Εμπορική Σχολή της πόλης, όπως εξηγεί έγγραφό της με ημερομηνία 14.12.1940. Βόμβα είχα πέσει στον κήπο της.
Το αρχείο της και ό,τι άλλο μπορούσε να σωθεί μεταφέρθηκαν στο σπίτι του καθηγητή της Σχολής, Γιώργου Πετσάλη.
![]() | ![]() |
Έχουν σωθεί και καταστάσεις με τα ονόματα εργατριών και άλλων γυναικών της πόλης που αναλάμβαναν να πλέξουν χωρίς αμοιβή κάλτσες και φανέλες για τους στρατιώτες του μαχόμενου Ελληνικού Στρατού στο ελληνοαλβανικό Μέτωπο.

Όπως προκύπτει από έγγραφο της Διοίκησης Παθητικής Αεράμυνας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Κέρκυρας, στις 17 Φεβρουαρίου 1941 «το πλείστον του πληθυσμού» της πόλης είχε προσφύγει «εις την ύπαιθρον, εγκαταλείψαν τα οικήματά του». Ελλείψει ικανού αριθμού ασφαλών καταφυγίων προστασίας, «ο εναπομείνας πληθυσμός διαμένει μονίμως εις τας στοάς Παλαιού τε και Νέου Φρουρίου, ως και εις τινά καταφύγια της πόλεως θεωρηθέντα ασφαλή». Η οργάνωση «κοινοτήτων αεραμύνης» παρέμενε στα χαρτιά.

Σύμφωνα με έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Κέρκυρας, με ημερομηνία 5 Δεκεμβρίου 1940, η μετάδοση από σαλπιγκτές του συνθήματος έναρξης συναγερμού στην πόλη λόγω εμφάνισης εχθρικών αεροπλάνων είχε ανατεθεί... στη φασιστική ΕΟΝ, γνωστά στελέχη της οποίας, ως γνωστόν, μετά τη λήξη του πολέμου είχαν κατηγορηθεί επισήμως για συνεργασία με τον εχθρό. Την εντολή συναγερμού έδινε το Λιμεναρχείο. Σαλπιγκτές της ΕΟΝ βρίσκονταν στα σημεία του Λιμεναρχείου, των δύο φρουρίων, της Νομαρχίας, των καταφυγίων οδού Μαρκορά και Αγίων Πάντων, της Νομαρχίας, της Δημόσιας Βιβλιοθήκης, της οικίας Σκάρπα, του εργοστασίου Δαλιέτου και του δημοτικού σχολείου του Μαντουκιού.
![]() | ![]() |
Τρεις μήνες περίπου μετά την κατάληψη από τους Ιταλούς, την 1η Ιουλίου 1941, με Προκήρυξη του στρατηγού Λ. Ματσίνι της Διοίκησης της ιταλικής 33ης Μεραρχίας Πεζικού «Άκουι» (πάνω αριστερά) οι πρόγονοί μας είχαν κληθεί -για τρίτη φορά- να παραδώσουν μέσα σε δύο εβδομάδες οπλισμό που διατηρούσαν στην κατοχή τους, απειλούμενοι με παραπομπή σε στρατοδικείο ακόμη και αν διέθεταν «κυνηγετικά ή αρχαία όπλα» και οποιασδήποτε μορφής εκρηκτικές ύλες. Οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές έπρεπε να βεβαιώσουν ότι είχε παραδοθεί όλος ο οπλισμός. «Εν περιπτώσει επανευρέσεως όπλων, μετά το καθορισθέν χρονικόν διάστημα», έλεγε η Προκήρυξη, «ο δήμαρχος ή πρόεδρος Κοινότητος θα θεωρείται υπεύθυνος της μη γενομένης παραδόσεως».
Η αντίσταση, καθώς είχε καταληφθεί από τις γερμανικές και ιταλικές δυνάμεις ολόκληρη η χώρα, είχε ξεκινήσει βέβαια να αποκτά οργανωμένα χαρακτηριστικά· ένας Κερκυραίος μάλιστα λαϊκός αγωνιστής που είχε δραπετεύσει από μεταξικό κάτεργο, ο κομμουνιστής Σπύρος Καλοδίκης, είχε κηρύξει πρώτος ένοπλο αγώνα εναντίον των κατακτητών μιλώντας σε αυθόρμητη λαϊκή συγκέντρωση στην πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα καθώς έφταναν εκεί, τον Απρίλιο, τα γερμανικά τανκς. Τον Ιούλιο στην Κέρκυρα τοιχοκολλήθηκε ανακοίνωση του στρατηγού, ανώτατου διοικητή των Ιταλών στην Ελλάδα, με ημερομηνία 22 Ιουλίου 1941 (πάνω δεξιά), σύμφωνα με την οποία «όστις εις το υπό κατοχήν ελληνικό έδαφος, εκθειάζει, είτε προπαγανδίζει δι' οιασδήποτε πράξεως, έστω συμβολικής, μεθόδους ενεργείας είτε προγράμματα ίδια των κομμουνιστικών ή αναρχικών οργανώσεων, θα τιμωρηθή δια φυλακίσεως από 5 έως 24 ετών, επεκτεινομένης της ποινής, κατά τας σοβαρωτέρας περιπτώσεις, εις την του θανάτου». Οι αρχές της Κέρκυρας είχαν παραδώσει στους Ιταλούς, μαζί με το νησί, τους δεσμώτες στις φυλακές της πόλης Κερκυραίους και άλλους Έλληνες κομμουνιστές, μεταξύ των οποίων και τον κατοπινό Γραμματέα του ένδοξου Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), Δημήτρη Παρτσαλίδη, που όταν για λόγους ασφαλείας μεταφέρθηκε σε φυλακή στην ηπειρωτική Ελλάδα δραπέτευσε.

Στις 10 Οκτωβρίου 1942 ο διαβόητος Πολιτικός Διοικητής της Κέρκυρας και των Ιόνιων νησιών, Π. Παρίνι, απαίτησε να κηρυχθεί υποχρεωτικός ο γνωστός φασιστικός ιταλικός χαιρετισμός, στο πλαίσιο της επιχείρησης εξανδραποδισμού της ελληνικής γλώσσας και συνείδησης. Σώζεται στα Αρχεία της Νομαρχίας Κέρκυρας σχετικό έγγραφο, με την εντολή Παρίνι, που διαβίβασαν δύο ημέρες μετά «προς απάσας Αρχάς Νομού» ο Νομαρχών Διευθυντής και ο προϊστάμενος του Γραφείου Πολιτικών Υποθέσεων της Νομαρχίας. Ανέφερε η διαταγή του Παρίνι: «Φέρω εις γνώσιν υμών ότι, ίνα δοθή ενιαίος τύπος εις τας σχέσεις μεταξύ του κοινού και των Δημοσίων Λειτουργών, απεφάσισα όπως ο ρωμαϊκός χαιρετισμός ήδη εν χρήσει δι' αυθορμήτου πρωτοβουλίας (...) εισαχθή υποχρεωτικώς εις τας σχέσεις αυτάς. Παρακαλώ υμάς όθεν, όπως διατάξητε ίνα οι υπάλληλοι υιοθετήσουν τον ρωμαϊκόν χαιρετισμόν και επίσης ο ρωμαϊκός χαιρετισμός θα αχθή υποχρεωτικώς εις τα Σχολεία πάσης τάξεως και κατηγορίας. Φροντίδι υμών και των υφ' υμάς οργάνων θα ελέγχηται ίνα η διαταγή εκτελείται. Οπόταν παρουσιασθή παράβασίς τις, παρακαλώ υμάς όπως κατ' ευθείαν μοι το υποδείξητε». Η Νομαρχία είχε μετατραπεί σε αδιάντροπο όργανο των Ιταλών κατακτητών.
![]() | ![]() |
Τέσσερις μήνες νωρίτερα, στις 4 Ιουνίου 1942, καθώς η αντίσταση είχε αρχίσει να εκδηλώνεται όλο και πιο έντονα και βρισκόταν σε εξέλιξη επιχείρηση εντοπισμού και σύλληψης πρωταγωνιστών της ίδρυσης του ΕΑΜ Κέρκυρας, οι Ιταλοί είχαν διατάξει, μεταξύ άλλων, απαγόρευση της κυκλοφορίας στο νησί τις νυχτερινές ώρες, από τις 11 έως τις 4:30 (εικόνα εγγράφου πάνω αριστερά). Η ποινή για τους παραβάτες, σύμφωνα με σχετική προκήρυξη, ήταν παραπομπή στο στρατοδικείο και μέχρι και διετής φυλάκιση ή ακόμη μεγαλύτερη κάθειρξη, αν το γεγονός κρινόταν ως «σοβαρότερον έγκλημα».
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1942, σύμφωνα με νεότερο φιρμάνι (πάνω δεξιά), αποφασίστηκε και ανακοινώθηκε με νέα προκήρυξη των αρχών κατοχής ότι από τη μεθεπόμενη μέρα, αν και ήταν ακόμη αρχές του φθινοπώρου, «ο ολοκληρωτικός συσκοτισμός της νήσου θα αρχίζη την 8ην μ.μ. και θα τελειώνη την 6ην π.μ.»!

Οι Ιταλοί είχαν προκαλέσει, από τον πρώτο κιόλας χρόνο της κατοχής, διάλυση της λειτουργίας και των δημοτικών σχολείων, όπως προκύπτει από έγγραφο του επιθεωρητή δημοτικών σχολείων Κέρκυρας προς τον διοικητή της Χωροφυλακής του νομού, στις 10 Σεπτεμβρίου 1941, για τη συνδρομή του στην... προσέλευση μαθητών στα σχολεία. Όπως ανέφερε, ενώ είχε αρχίσει νέα σχολική χρονιά, «εν ελάχιστον ποσοστόν προσήλθε προς φοίτησιν εις το σχολείον». Και προσέθετε: «Αναγνωρίζομεν τας εκ της ελλείψεως τροφίμων και εκ της ακριβείας της ζωής στερήσεις, διο και αι ώραι σχολικής εργασίας έχουν περιορισθή εις τας προμεσημβρινάς, ώστε καθ' όλον τον μ.μ. χρόνον, δύνανται οι μαθηταί να αναπαύωνται ή και να βηθώσι τους γονείς των εις γεωργικάς ασχολίας ή εις άλλας μικροεργασίας βοηθητικάς, θα καταβληθώσι δε προσπάθειαι παροχής και συσσιτίου υπό οιανδήποτε μορφήν, ην ηθέλομεν επιτύχει».

Επτά περίπου μήνες αργότερα, στις 15 Μαρτίου 1942, Έκθεση του σχολιάτρου Κέρκυρας «περί της υγιεινής καταστάσεως των μαθητών και διδακτηρίων της Περιφερείας», προς τον Νομάρχη, έκανε λόγο για «αποκαρδιωτικές» διαπιστώσεις, σχετικά με «τα εις μεγάλην κλίμακα παρατηρούμενα οφθαλμικά και δερματικά νοσήματα». Θέριζαν τους μαθητές «νοσήματα τραχωμάτων, αχώρος (κασίδας) και ψώρας (...), άκρως μεταδοτικά και (...) δημόσιον κίνδυνον με τρομεράς συνεπείας». Η τραγωδία της κατοχής είχε απίστευτες επιπτώσεις στα παιδιά.

Οι Ιταλοί καλοπερνούσαν, φυσικά, σε επιταγμένους και μη, πολυτελείς χώρους, όπως ήταν το ξενοδοχείο «Bella Venezia» (πάνω σχεδιάγραμμα με αναλυτική περιγραφή των χώρων και των ανέσεων που απολάμβαναν οι Ιταλοί αξιωματούχοι εκείνη την περίοδο).
Εκεί -ας σημειωθεί- είχε οδηγηθεί και παραμείνει επί δύο περίπου μήνες μετά την κατάληψη της Κέρκυρας από τις δυνάμεις του Μουσολίνι, σύμφωνα με δήλωσή του, ο τότε νομάρχης Κέρκυρας Ευ. Αβέρωφ, ως «κρατούμενος των Ιταλών».
![]() | ![]() |
Τα μέτρα καταστολής και η βία των Γερμανών πια κατακτητών, στα τέλη του 1943, καθώς η αντίσταση του λαού έπαιρνε και διαστάσεις σαμποτάζ, κλιμακώθηκαν τόσο, ώστε η υποτελής σε αυτούς διοίκηση της Νομαρχίας ανακοίνωνε στις 12 Οκτωβρίου 1943 (έγγραφο πάνω αριστερά) ότι «θα επιβάλλεται η ποινή του θανάτου», με εντολή του Γερμανικού Φρουραρχείου, σε όποιον διατηρούσε αδήλωτη ποσότητα βενζίνης «μεγάλης ή μικράς ποσότητας», ενώ «ήθελον τοις ζητηθή η παράδοσίς της».
Ως φερέφωνο των ναζί η Νομαρχία, τέσσερις μέρες μετά, με άλλη προκήρυξή της (πάνω δεξιά), ανέφερε ότι «υποχρεούνται πάντες οι κάτοχοι ραδιοφώνων λειτουργούντων ή μη όπως εντός τριημέρου παραδώσωσιν αυτά εις την Νομαρχίαν». Τη... φύλαξη θα αναλάμβανε «το Γερμανικόν Φρουραρχείον».
Σε πληθώρα σχετικών εγγράφων της η Νομαρχία δήλωνε μέρος της «Ελληνικής Πολιτείας» των δοσιλογικών κυβερνήσεων της Αθήνας.

Επίσης στις 16 Οκτωβρίου 1943 ο Γερμανός «Διοικητής της Νήσου Κερκύρας», όπως έγραφε, φον Σκανζόνι, με Προκήρυξή του στα ελληνικά και στα ιταλικά διέτασσε την παράδοση εντός πέντε ημερών, το αργότερο, όσων Ιταλών στρατιωτών μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας δεν προσχωρούσαν στους ναζί και κρύβονταν στο νησί. Απειλούσε με την ποινή του θανάτου και όσους προγόνους μας «διατρέφουν, παρέχουν άσυλον ή βοηθούν οιονδήποτε Ιταλόν στρατιώτην», καθώς ήταν γνωστό βέβαια ότι αρκετοί Ιταλοί αντιφασίστες κυρίως στρατιώτες παρέδιδαν τον οπλισμό τους σε αντιστασιακές ομάδες κατά κύριο λόγο του ΕΑΜ, που τους παρείχαν βοήθεια.
![]() | ![]() |
Μία εβδομάδα μετά, στις 23 Οκτωβρίου 1943, ενώ ως γνωστόν είχαν ανασυγκροτηθεί από χτυπήματα το ΕΑΜ Κέρκυρας και ο στρατιωτικός του βραχίονας, δηλαδή η δύναμη του ΕΛΑΣ (Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού) Κέρκυρας, με νέα Προκήρυξη (πάνω αριστερά) ο Γερμανός διοικητής εκδήλωνε εγγράφως τη ναζιστική κτηνωδία σε όλη της τη διάσταση. Ανέφερε: «1. Ο συλλαμβανόμενος καταστρέφων ή οπωσδήποτε βλάπτων τηλεφωνικά σύρματα θα τυφεκίζεται. Η ποινή αύτη θα επιβάλλεται και εις γυναίκας και ανηλίκους. 2. Εάν ο δράστης δεν ήθελε συλληφθή, θα συλλαμβάνονται πέντε πρόσωπα από τα πλησιόχωρα χωρία άτινα και θα τυφεκίζονται. Εις τας Κοινότητας εις τας οποίας ήθελον ανήκει τα ανωτέρω πρόσωπα θα επιβάλλεται ποινή περιουσιακή».
Δύο μέρες αργότερα τοιχοκολλούνταν στο νησί η γνωστή Ανακοίνωση του Γερμανού διοικητή των ναζιστικών στρατευμάτων στη χώρα (πάνω δεξιά), σύμφωνα με την οποία, επειδή αυξάνονταν οι απώλειες Γερμανών στρατιωτών από επιθέσεις από την πλευρά των ανταρτών και κυρίως, όπως έλεγε, από την πλευρά «κομμουνιστικών κύκλων», θα εκτελούνται για κάθε τραυματισμό ή απώλεια Γερμανού 10 - 50 πατριώτες, «μεταξύ των κύκλων των υπευθύνων».

Την επομένη, 26η Οκτωβρίου 1943, ο εκτελών χρέη Νομάρχη Κέρκυρας σε Προκήρυξή του υποστήριζε -καθώς βέβαια είχε παγιωθεί η κατάκτηση του νησιού από τους ναζί με λουτρό αίματος κυρίως των Ιταλών που δεν εντάσσονταν στις ναζιστικές ορδές- ότι... «ο καθένας μπόρεσε να συνέλθη και να ξαναύρη τον εαυτό του»!
Πονούσε, έλεγε, για το ότι «περίπου δύο χιλιάδες οικογένειες είναι χωρίς σπίτι, χωρίς φαγητό, χωρίς ρούχα, με μόνον αυτά που φορούσαν και μερικοί με μόνον τα εσώρρουχα. Όλοι αυτοί που πολύ ή ολίγο πεινάνε, οι γυναίκες τους είναι γυμνές, τα παιδιά τους πεινασμένα γυμνά, χωρίς παπούτσια, ζούνε σε τρώγλες και γυρίζουν σε μας τα μάτια παρακλητικά και δακρυσμένα». Είχε προτείνει και είχε συσταθεί, έλεγε, Επιτροπή αποτελούμενη από τον Μητροπολίτη, τον δήμαρχο, τον πρόεδρο Πρωτοδικών, τον Έφορο αρχαιοτήτων και τον διευθυντή της Αγροτικής Τράπεζας, με σκοπό την παροχή βοήθειας στους αναξιοπαθούντες. Δεν υπήρχε στα λόγια του, ωστόσο, ούτε κάποιος τελείως στοιχειώδης συγκαλυμμένος υπαινιγμός για τους πραγματικούς ενόχους.
![]() | ![]() |
Στα τέλη του 1943 οι ναζί έπαυσαν να αναγνωρίζουν τις υφιστάμενες άδειες κυκλοφορίας ιδιωτικών οχημάτων. Έτσι, στις 7 Δεκεμβρίου 1943, εκτελώντας διαταγή του Γερμανικού Φρουραρχείου, η Νομαρχία γνωστοποίησε (ανακοίνωση πάνω αριστερά) ότι από τις αρχές του 1944 θα κατάσχονται τα Ι.Χ. αυτοκίνητα που δεν είναι εφοδιασμένα με νέες άδειες κυκλοφορίας, εγκεκριμένες από τους ναζί. Όλα όφειλαν, έλεγε, «να τίθενται στη διάθεση των Γερμανικών Στρατευμάτων δια τυχόν μεταφοράς», υποτίθεται με κάποιο οικονομικό αντάλλαγμα.
Επίσης τον ίδιο μήνα (7.12.1943), ως φωνή των Γερμανών, η Νομαρχία ενημέρωνε με έγγραφό της (πάνω δεξιά) ότι κάθε σύλλογος ή σωματείο και κάθε είδους συλλογικότητα όφειλε μέχρι τα τέλη του έτους, βάσει απόφασής τους, να κάνει γνωστά στον Ανώτερο Φρούραρχο του νομού την επωνυμία του, τους σκοπούς του, τα ονόματα των στελεχών και το Καταστατικό του στη γερμανική γλώσσα! Διαφορετικά, θα ακολουθούσε πρόστιμο ή φυλάκιση!

Σώθηκαν επίσης στο Αρχείο της Νομαρχίας, μεταξύ άλλων, αναφορές Κοινοτήτων με τα θύματα που κατέγραψαν διάφορα χωριά στη διάρκεια του πολέμου με την Ιταλία.
Το χωριό Συνιές, σύμφωνα με σχετικό έγγραφο της Κοινότητας, με ημερομηνία 25 Ιουλίου 1941, κατέγραψε 8 νεκρούς στρατιώτες.

Τραγικός ήταν εξάλλου ο αριθμός των νεκρών στο Δημόσιο Ψυχιατρείο. Σύμφωνα με «Κατάσταση εμφαίνουσα τον αριθμό των θανόντων εκ πείνης νοσηλευομένων» κατά την τετραετία 1941-1944, που συντάχθηκε από το ίδιο λίγες μέρες μετά την απελευθέρωση (25.10.1944), τα θύματα ήταν 370: 165 το 1941, 84 το 1942, 89 το 1943 και 32 το 1944 έως τότε.

Ενδεχομένως υποεκτιμημένοι, λόγω ελλιπών εγγραφών, οι εγγεγραμμένοι θάνατοι ως αποτέλεσμα των βομβαρδισμών στην Περιφέρεια της πόλης της Κέρκυρας, σύμφωνα με έγγραφο της τοπικής Αστυνομικής Διεύθυνσης (πάνω αριστερά, 27.10.1944), ήταν 112. Αυτό προέκυπτε «εκ των τηρουμένων βιβλίων» σε Αστυνομία και Χωροφυλακή. Βάσει αυτών, στη συγκεκριμένη περιοχή του νομού είχαν καταγραφεί 71 θάνατοι από ιταλικούς βομβαρδισμούς την περίοδο Νοεμβρίου 1940 - Απριλίου 1941, είκοσι εννιά από γερμανικούς και αγγλοαμερικανικούς την περίοδο 4.9.1943 - 20.10.1943 και άλλοι 12 θάνατοι από αγγλοαμερικανικούς βομβαρδισμούς την περίοδο 1.4.1944 - 30.6.1944.
![]() | ![]() |
Πολύ περισσότεροι ήταν οι πρόγονοί μας που καταγράφηκε ότι πέθαναν από ασιτία το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 1940 έως τις 10 Οκτωβρίου 1944, ημέρα της απελευθέρωσης.
Πάλι σύμφωνα με έγγραφο της τοπικής Αστυνομικής Διεύθυνσης προς τη Νομαρχία με ημερομηνία 27.10.1944 (πάνω αριστερά), ανήλθαν σε 514. Η τραγική λίστα, καθώς φαίνεται, δεν συμπεριλαμβάνει τους έγκλειστους σε Ιδρύματα, αφορά και αυτή την Περιφέρεια της πόλης της Κέρκυρας και κατανέμει τους καταγεγραμμένους νεκρούς από πείνα, ανά έτος, ως εξής:
* 22 το 1941.
* 146 το 1942.
* 133 το 1943.
* 213 το 1944.
Ήταν υψηλότερος, ωστόσο, ο αριθμός των θανόντων από την ασιτία στη διάρκεια του πολέμου, στην ευρεία περιοχή του Δήμου Κερκυραίων, που είχε καταγραφεί στο Ληξιαρχείο του Δήμου. Σύμφωνα με σχετικό έγγραφο (πάνω δεξιά, ημερομηνία 28 Νοεμβρίου 1944), το σύνολο των νεκρών από πείνα, βάσει των δικών του στοιχείων, ήταν 593, εκ των οποίων οι 385 άνδρες και οι 208 γυναίκες, κάθε ηλικίας. Τα περισσότερα θύματα, αναλογικά, ήταν στις ηλικίες 50-70 ετών (324 από τους 593).

Εν πολλοίς άγνωστα και σημαντικά, από πολλές απόψεις, ήταν και τα δεκάδες άλλα τεκμήρια του αρχείου της Νομαρχίας Κέρκυρας, από όσα διασώθηκαν σε αυτό, που εκτέθηκαν στο κοινό χάρη στη θαυμάσια πρωτοβουλία των ΑΝΚ. Τα υλικά του νομαρχιακού αρχείου συμπληρώθηκαν με ορισμένα ακόμη άλλων αρχείων και κειμηλίων των ΑΝΚ για εκείνη την περίοδο, συμπεριλαμβανομένων τεκμηρίων συνδεδεμένων με πολυσυζητημένα και αμφιλεγόμενα πρόσωπα της εποχής, κυρίως όσον αφορά τις αντιδράσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας στις κατοχικές δυνάμεις.
Ξεχώριζε λόγω της μορφής της, ανάμεσα στα επικουρικά εκθεσιακά υλικά, μακέτα παρουσίασης των σημείων της πόλης της Κέρκυρας που επλήγησαν καίρια από τους εχθρικούς βομβαρδισμούς, με ξεχωριστή επισήμανση αυτών που χτυπήθηκαν από τα ιταλικά αεροπλάνα και εκείνων που έγιναν ρημαδιό από τη γερμανική Αεροπορία (βλ. τμήμα της στην εισαγωγική εικόνα στην κορυφή αυτών των γραμμών). Πρόκειται για δημιουργία που είχε φιλοτεχνήσει και δωρίσει στα ΑΝΚ, πριν από πολλά χρόνια, ο αγωνιστής δημοτικός σύμβουλος της πόλης και στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος στον νομό, έως τη δύση του, Στέφανος Ριζικάρης.

Ολοκληρώνοντας αυτή την ενδεικτική παρουσίαση 40 υλικών της Έκθεσης των ΑΝΚ, αξίζει να επισημάνουμε ότι την 1η Δεκεμβρίου 1944, όπως πιστοποιεί το σχετικό έγγραφο (βλ. πιο πάνω) της εδρεύουσας στην Κέρκυρα επίσημης Κυβερνητικής Αντιπροσωπείας Ιονίων Νήσων προς τη Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ Κέρκυρας, η πρώτη απέκλειε αίτημα του ΕΑΜ για συμμετοχή του ΕΛΑΣ από κοινού με το ισχνό τοπικό ανταρτικό σώμα ΕΔΕΣ (Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου) του Ναπολέοντα Ζέρβα στη στρατιωτική διοίκηση Κέρκυρας. Ενώ στην Αθήνα υπήρχε ακόμη κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας», στην Κέρκυρα η τοπική ηγεσία του ΚΚΕ ήδη είχε συλληφθεί και οδηγηθεί στις φυλακές της πόλης και με αγγλοαμερικανικό φιρμάνι είχε επιβληθεί εξαρχής μονοκρατορία του ΕΔΕΣ, ο οποίος είχε ενισχυθεί με δυνάμεις του από τις ηπειρωτικές ακτές. Ο δίκην υπουργού της κυβέρνησης πολιτικός διοικητής της νήσου, Λέων Μακκάς, είχε συνδράμει τους Άγγλους στον αφοπλισμό -με βία και δόλο- του αποτελούμενου από εκατοντάδες Κερκυραίους τοπικού ΕΛΑΣ, που δεν ήταν εγκαίρως προσανατολισμένος και προετοιμασμένος για να βοηθήσει τον λαό να επιβάλει τον σεβασμό της θέλησής του. Ως απεσταλμένος του πρωθυπουργού της κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» Γ. Παπανδρέου, ο Λ. Μακκάς επικαλούνταν καταχρηστικά για τη μονοκρατορία του ΕΔΕΣ τη Συμφωνία της Καζέρτας, που είχε συναφθεί τον Σεπτέμβριο του 1944 στην ομώνυμη ιταλική πόλη, ανάμεσα στις διάφορες παρατάξεις. Το μόνο που μπορούσε να δεχθεί, έλεγε, ήταν να υπάρξει... ένα γραφείο του ΕΛΑΣ υπό τον ΕΔΕΣ στην έδρα του τελευταίου, για «τυχόν προκύπτοντα τρέχοντα ζητήματα», ενώ ήδη οργίαζε η ένοπλη βία εις βάρος του συνασπισμού του ΕΑΜ!
Ογκωδέστατο και πλουσιότατο σε υλικά ποικίλων στοιχείων για όσα διαδραματίστηκαν στον νομό την πιο δραματική -μα και γεμάτη ηρωισμό και δείγματα ανυπότακτων αρετών του λαού- περίοδο του τόπου τον αιώνα που πέρασε, το σωζόμενο τμήμα του αρχείου της Νομαρχίας Κέρκυρας δεν προσφέρεται μόνο για απλές, όπως αυτή εδώ, δημοσιογραφικές ματιές. Αναμένει, θα έλεγε κανείς, την αξιοποίησή του από τους αρμόδιους ιστορικούς επιστήμονες.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΑΡΟΥΝΙΑΤΗΣ





















