Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2022 10:31

Το φως ενός Κερκυραίου στον ιστορικό υλισμό του Μαρξ το 1922

fwsulismos002Πριν από έναν αιώνα, το 1922, στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», θεωρητικό όργανο του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (ΣΕΚΕ) που το 1924 μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), δημοσιεύτηκε σειρά συναρπαστικών άρθρων για τον ιστορικό υλισμό. Εκείνη ήταν η πρώτη μεγάλη συγγραφική απόπειρα εκλαΐκευσης της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας του ιστορικού υλισμού στο ελληνικό κοινό.

Τα άρθρα, πραγματικά φωτισμένα, είχε γράψει ένας Κερκυραίος ή, ακριβολογώντας, μεγαλωμένος από μικρό παιδί στην Κέρκυρα αγωνιστής-διανοούμενος, ο οποίος είχε γεννηθεί το 1889 κατ' άλλους στην Κέρκυρα και κατ' άλλους στη Λευκάδα. Ήταν ο μετέπειτα και πρύτανις πανεπιστημίου της Αθήνας νομικός Αριστοτέλης Σίδερις, που το όνομά του έχει δοθεί σε δρόμο της πόλης της Κέρκυρας. Σε ηλικία 26 ετών το 1915 είχε εκλεγεί στη Θεσσαλονίκη βουλευτής ως σοσιαλιστής - κομμουνιστής, στο πλαίσιο ευρύτερου εκλογικού συνδυασμού, ενώ νωρίτερα στην Κέρκυρα είχε πρωτοστατήσει στην ίδρυση και δράση του τοπικού Σοσιαλιστικού Ομίλου, προσανατολίζοντάς τον στη θεωρία του Καρλ Μαρξ για τη σοσιαλιστική - κομμουνιστική κοινωνία.

Ο ίδιος το 1925, ενώ δεν ανήκε πια στις τάξεις του νέου κόμματος της εργατικής τάξης και των συμμάχων της καθώς έκλινε υπέρ μιας «συμβιβαστικής» πολιτικής ώσπου να «ωριμάσουν» περισσότερο οι συνθήκες για την κοινωνική μεταβολή, εξέδωσε στην Αθήνα «Τύποις Κ. Σ. Παπαδόγιαννη» το βιβλίο με τον τίτλο «Ο ιστορικός υλισμός». Το περιεχόμενο του βιβλίου, ωστόσο, δεν ήταν άλλο παρά η σειρά των άρθρων που είχε δημοσιεύσει το 1922 στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», με λίγες επιπλέον ενισχυτικές αναφορές. Πρόκειται, ίσως, ανεξαρτήτως επιμέρους παρατηρήσεων, για τη σημαντικότερη θεωρητική εργασία του είδους της, που έχει γίνει από Κερκυραίο διανοητή. Η αξία της, παρά τις όποιες επιμέρους ενδεχόμενες αστοχίες, δεν έχει ακυρωθεί. Παρά και τις δυσκολίες που είναι φυσικό να προκαλεί σήμερα η γλώσσα του Σίδερι, κάθε επόμενη ανάλογη προσπάθεια διάδοσης του ιστορικού υλισμού με αυτοτελή ελληνική μελέτη, κατά τις αμέσως επόμενες δεκαετίες, δύσκολα μπορεί να συγκριθεί με εκείνη σε εκλαϊκευτική απόδοση και πληρότητα.

Πρόκειται για κείμενο ιστορικής αξίας.

 

fwsulismos003

 

Ο ίδιος ο Αριστοτέλης Σίδερις προλόγισε κιόλας το βιβλίο.

Να τα λόγια του προλόγου του:

«Το παρόν μικρόν βιβλίον είναι σειρά άρθρων, που εδημοσιεύθηκαν εις την "Κομμουνιστικήν Επιθεώρησιν" του έτους 1922, το περιοδικόν, που ήταν τότε το θεωρητικόν όργανον του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, κατά σύσταση της τότε Κεντρ. Επιτροπής του Κόμματος. Τα άρθρα αυτά τα προκάλεσε όχι βέβαια συγγραφική φιλοδοξία, αλλ’ η ανάγκη. Η καθημερινή μας συναναστροφή με τους ηγέτες των εργατικών οργανώσεων, η παρακολούθηση συζητήσεών των με συντρόφους των και αντιπάλους των επίσημους και ανεπίσημους μας έδειξε την ανάγκη της διαφωτίσεώς των απάνω σε βασικά σημεία της θεωρίας και της πράξεως και ιδίως της μανταλιτέ του σοσιαλισμού.

 

fwsulismos004

 

Έκτοτε άρχισε να γίνεται περσότερος λόγος για την ιστορικοϋλιστική θεωρία, επεχειρήθησαν μάλιστα και εφαρμογαί αυτής, πού συμπτωματικώς και πού συστηματικώς σε ελληνικά άρθρα και βιβλία. Αλλ’ η γνώση της θεωρίας έμεινε σχεδόν στο ίδιο σημείο. Και μάλιστα με την ανάμιξη διανοουμένων εις τοιαύτας συζητήσεις εφάνηκε, πως όχι μόνον οι μορφωμένοι εργάτες μας, δια τους οποίους είχα γράψει τα άρθρα αυτά, αλλά και οι περισσότεροι διανοούμενοί μας, που εσυζήτησαν, δημοσιογράφοι και πολιτικοί ακόμη, είχαν τις πιο περίεργες ιδέες για τον ιστορικό υλισμό.

Θέλοντας να αντιδράσω κάπως εις την παρεξήγηση, που κατευθύνει τις περισσότερες φορές τις συζητήσεις αυτές περί του ιστορικού υλισμού, εδέχτηκα να βγουν σε βιβλίο τα άρθρα μου εκείνα, που είχα τότες δημοσιεύσει, κάνοντας ασήμαντες προσθήκες.

Αν το βιβλίο τούτο έδινε κάποιαν ώθηση σε ευσυνείδητη μελέτη της ιστορικοϋλιστικής θεωρίας και των σοσιαλιστικών ζητημάτων εν γένει και έτσι συνεπώς σε πιο καλόπιστη και με γνώση συζήτηση των σοσιαλιστικών πραγμάτων, τούτο θάταν η μεγαλύτερη ικανοποίηση δια την μικράν αυτήν εργασία.

Α. Δ. Σίδερις Αθήναι,

Μάιος 1925»

Θεωρήσαμε χρήσιμη ακόμη και για τις νεότερες γενιές, πρώτα-πρώτα των Κερκυραίων και άλλων Επτανησίων, δίνοντας συνέχεια σε ανάλογη αναφορά στο βιβλίο «Σοσιαλιστικός Όμιλος Κέρκυρας», τη διάσωση μεγάλου μέρους του βιβλίου του Α. Δ.Σίδερι σε ηλεκτρονική μορφή.

Στις επόμενες σελίδες δημοσιεύεται, λοιπόν, το μεγαλύτερο μέρος εκείνων των άρθρων του 1922 και του βιβλίου του 1925, διανθισμένο με εικαστικά έργα Κερκυραίων καλλιτεχνών που αφορούν, εν μέρει, παλαιά κερκυραϊκά εργοστάσια.

Ακολουθούν -η επόμενη εικόνα προέρχεται από τεύχος της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης»- οι επιλογές εκτενών αποσπασμάτων του δοκιμίου του Αριστοτέλη Σίδερι:

 

fwsulismos005

 

Εισαγωγή

«Για να αλλάξη το κοινωνικό καθεστώς ενός τόπου, δεν αρκεί μόνον να έχουν αλλάξει οι αντικειμενικοί όροι της υποστάσεώς του, δεν αρκεί αι οικονομικαί του συνθήκαι να επιβάλλουν αναγκαίως μεταβολήν εις τας σχέσεις της κοινωνικής συμβιώσεως, αλλά χρειάζεται και να δημιουργηθούν εις τας συνειδήσεις των ανθρώπων του τόπου αυτού οι υποκειμενικοί όροι, αι πεποιθήσεις περί της ανάγκης της μεταβολής, περί του τρόπου αυτής, περί των όρων του νέου καθεστώτος. Το καθεστώς, οσονδήποτε και αν είνε σαθρόν, δεν μπορεί να πέση, παρά όταν πολεμηθή και κριτικώς εις τας υποκειμενικάς αυτού βάσεις, δηλ. εις τας περί αυτού πεποιθήσεις των ανθρώπων. Γι’ αυτό πάντα, ενώ η μεταβολή ενός κοινωνικού καθεστώτος είνε αποτέλεσμα αλλαγής των αντικειμενικών του, υλικών, οικονομικών όρων, ένα αποτέλεσμα ανάγκης, όμως η μεταβολή του καθεστώτος συνδυάζεται τόσο με την αλλαγή ιδεών, που είνε μόνον το τελευταίον δείγμα της αντικειμενικής μεταβολής και μόνον αντανάκλασις αυτής, ώστε πολλοί φθάνουν να πιστεύσουν, πως μόνον η μεταβολή των ιδεών έφερε και την μεταβολήν του καθεστώτος.

Παράδειγμα η Στωϊκή φιλοσοφία και ο Χριστιανισμός για την μεταβολήν του αρχαίου πολιτισμού, της δουλικής οικονομίας, η πολιτική φιλοσοφία της Γαλλικής Επαναστάσεως για την μεταβολή του φεουδαλισμού, ο σοσιαλισμός για την μεταβολήν του αστικού καθεστώτος.

Η μεταβολή αυτή των ιδεών, η νέα ιδεολογία, οσονδήποτε και αν είνε αντανάκλασις της ενεργούμενης αντικειμενικής μεταβολής, δεν είνε όμως φανερή εις όλους. Μόνον οι λίγοι, οι διανοούμενοι, οι φιλόσοφοι γίνονται ερμηνευταί αυτής της μεταβολής, ιδεοποιούντες αυτήν εις σύστημα ιδεών ή φιλοσοφίαν νέαν, ανατρεπτικήν των παλαιών ιδεών, και γινόμενοι ούτω οι πνευματικοί οδηγοί των κοινωνιών. Ο πολύς λαός, και όταν ζη μέσα εις καθεστώς του οποίου οι υλικοί όροι έχουν αλλάξει, ιδεολογικώς όμως ζη ακόμα εις το παλαιόν καθεστώς. Το γεγονός δε αυτό αποτελεί κυρίως το μέσον, με το οποίον συντηρείται το παλαιόν καθεστώς, όταν αντικειμενικώς έχη κλονισθή. Ο σημερινός αγών προς μεταβολήν του αστικού καθεστώτος, που αντικειμενικώς έχει χρεωκοπήσει, μη μπορώντας πλέον δια της αστικής οικονομίας και της συναφούς διαρρυθμίσεως της κοινωνικής συμβιώσεως να δώση εις τα μέλη της κοινωνίας εκείνο διά το οποίον υπάρχει η κοινωνική των ανθρώπων συμβίωσις, ο αγών, λέγω, αυτός είνε αναμφισβητήτως αγών του προλεταριάτου, διότι τούτο κυρίως εκ της οικονομικής θέσεως, εις την οποίαν ευρίσκεται, μοιραίως εξ αυτού του ρόλου, που παίζει εις την αστικήν οικονομικήν οργάνωσιν της κοινωνίας, έχει άμεσον και φανερόν συμφέρον εις την μεταβολήν. Αλλά ο αγών αυτός δεν είνε δυνατόν να έχη αποτέλεσμα, εφ’ όσον αυτό το προλεταριάτον ή η πρωτοπορεία του Επαναστατικού του στρατού, το Σοσιαλιστικόν Κόμμα, δεν μπορεί να παρουσιάση το δίδαγμα των νέων ιδεών, την νέαν ιδεολογίαν, που θα κατευθύνη την δράσιν του, την νέαν φιλοσοφίαν του.

Ο σοσιαλιστής, δεν αρκεί μόνον να είνε μέλος του κόμματος, και του συνδικάτου, αν είνε εργάτης, και να είνε πιστός στρατιώτης εις τον αγώνα της πολιτικής και της επαγγελματικής οργανώσεως. Πρέπει να μπορή να δικαιολογή και θεωρητικώς, φιλοσοφικώς, ας πούμε, τον αγώνα του, να δίδη λόγον εις τον εαυτόν του περί κάθε πολιτικής του πράξεως, εξετάζοντάς την όχι μόνον με το φως του ιδανικού του, του σοσιαλιστικού ιδανικού, αλλά και με την βαθύτερην ανάλυση των καθημερινών γεγονότων, της ουσίας του καπιταλιστικού καθεστώτος μέσα εις τον οποίον εξελίσσονται τα γεγονότα ταύτα και να μπορή να ιδή μέσα στα κοινωνικά πράγματα την προς το ιδανικόν του κατεύθυνσιν αυτής της ιστορικής εξελιξεως, της οποίας είνε δημιούργημα και δημιουργός.

Έχοντας αυτή τη φιλοσοφική πεποίθηση, που καθορίζει βέβαια σε πρώτο βαθμό η πίστις, αποτέλεσμα υποσυνειδήτων ροπών, δρα πλέον επιστημονικώς περνώντας από την ουτοπία, τα ουτοπικά σχέδια, την ουτοπική δράση, εις την δράση, τη θετική που είνε η μόνη, που δίδει θετικά αποτελέσματα, που επέρασε με τον Καρλ Μαρξ από την ουτοπίαν εις την επιστήμη.

Κι έτσι θα μπορέση κι’ όλας να περάση αύριο από την επιστήμη στην πράξη χτίζοντας τον νέο κόσμο, που βγαίνει γρήγορα από τη χρεωκοπία του σημερινού παλιού πλέον αστικού κόσμου.

Μόνη η πίστις εις τον αγώνα και εις το ιδανικόν του δεν αρκεί. Συχνά ο αγωνιστής βρίσκεται εις την δράση του μπροστά σε χίλιες προλήψεις, άλλες πίστεις, πολιτικές ή κοινωνικές ιδεολογίες, που του θραύουν τον αγώνα του, γιατί για τους αντιπάλους του ή για τους συντρόφους, που θέλει να κατηχήση, αποτελούν αυτές αλήθειες αναμφισβήτητες, γιατί είνε αποτέλεσμα διανοητικότητος, φιλοσοφικής καταρτίσεως παλιάς, ασυμβίβαστης μεν με τους νέους όρους της ζωής, αλλ’ ακόμη ακλόνιστης.

Πρέπει ούτος να είνε σε θέση να τις αντιμετωπίση, να τις κλονίση. Πρέπει ο αγωνιστής να είνε σε θέση όχι μόνον να δείξη τους νέους όρους, που δημιουργούνται στη κοινωνία, όχι μόνον να δείξη το νέον καθεστώς, που οι νέοι αυτοί όροι γεννούν, και συνεπώς την δράση, που αυτοί επιβάλλουν στις διάφορες κοινωνικές ομάδες, αλλά να δείξη και πως οι νέοι αυτοί όροι έρχονται σε σύγκρουση με τους παλιούς, που γεννούν την πάλην των τάξεων, της οποίας εκπροσώπησις είνε οι πολιτικοί αγώνες, αι κοινωνικαί διαφοραί, αι φιλοσοφικαί συζητήσεις. Αλλά και όλα αυτά ακόμη δεν αρκούν. Πρέπει και να μπορή ο αγωνιστής να κλονίση και τις παλιές πίστεις, τις παλιές πεποιθήσεις, την παλιά φιλοσοφία με την οποίαν σκέπτεται ακόμη ο κόσμος και να δημιουργήση έτσι και τους υποκειμενικούς όρους της μεταβολής, την οποίαν κηρύσσει και δείχνει ενεργουμένην μέσα εις τα πράγματα, τους αντικειμενικούς δηλ. όρους της κοινωνικής ζωής.

 

fwsulismos006

(Σπύρος Κουρσάρης: Το πέταγμα)

Αρνούμενος απλώς τις αντίθετες ιδεολογίες και πεποιθήσεις δεν προάγει τον αγώνα του. Ούτε πείθει προς παρακολούθησιν του αγώνος του, ούτε δημιουργεί πεποιθήσεις. Πρέπει να μπορή να κάμη φιλοσοφική κριτική των αντιθέτων πεποιθήσεων. Να δείξη τι αξίαν έχουν οι αντίθετες αυτές πεποιθήσεις εις την ζωήν, την κοινωνικήν συμβίωσιν, το πολιτικόν καθεστώς, πώς εδημιουργήθηκαν, τι ρόλον παίζουν, πώς πλέκονται μέσα εις την άλλην αντιδραστικήν κατά του αγώνος μας ιδεολογίαν, τι εξυπηρετούν. Π.χ. πολεμάει πολλές φορές ο αγωνιστής την ιδέα της ατομικής ιδιοκτησίας και διδάσκει την εθνικοποίησιν της ιδιοκτησίας. Προσπαθεί να δείξη τα κακά της ατομικής ιδιοκτησίας δια την τάξη των ακτημόνων, και τα καλά της ομαδικής ιδιοκτησίας. Αποτείνεται προς το συμφέρον. Αλλ’ όμως δεν πείθει. Γιατί; Η ιδέα της ιδιοκτησίας και του απολύτου δικαίου της είνε τόσον ενσφηνωμένη στη συνείδηση του πολίτου σήμερα και του προλεταρίου ακόμη, και μάλιστα εις την Ελλάδα, όπου καμμία απολύτως κίνησις ιδεών δεν ετάραξε τον ύπνο του Ελληνικού πνεύματος, ώστε μόνον η άρνησίς της να είνε στείρα του αγώνος προς μόρφωσιν της ιδέας της εθνικοποιήσεως. Χρειάζεται λοιπόν ο αγωνιστής να μπορή να ψάξη απάνου σε ποια φιλοσοφικά θεμέλια στηρίζεται αυτή· η ιδέα πώς πλέκεται μέσα εις την φιλοσοφίαν, την γενικήν περί κόσμου ιδέαν, ποιαν ιστορικήν αξίαν έχει, ποιαν ιστορική καταγωγή και συνεπώς πώς πρέπει να πολεμηθή επιτυχώς.

Το ίδιο συμβαίνει με την ιδέα της οικονομικής ελευθερίας, με τους οικονομικούς νόμους, με τα κοινωνικά δόγματα, τας πολιτικάς αντιλήψεις. Οι αντιλήψεις, που έχουν οι άνθρωποι γι’ αυτά τα πράγματα, είνε αποτέλεσμα γενικωτέρων ιδεών, γενικής κοσμοθεωρίας, φιλοσοφίας περί των ανθρωπίνων.

Για τους φιλοσοφούντας αποτελούν πεποιθήσεις, για τον λαόν προλήψεις, αλήθειες αναμφισβήτητες, ανεξέταστα παραδειγμένες από το παρελθόν. Αλλ’ ο αγωνιστής δεν μπορεί να δράση ούτε με προλήψεις, τις παλιές, ούτε με σοσιαλιστικάς προλήψεις. Πρέπει να έχη πεποιθήσεις και συνειδητή φιλοσοφία νέα.

Βέβαια τα διάφορα φιλοσοφικά προβλήματα (της ύλης, της ζωής, της αληθείας, της γνώσεως, της κοινωνίας, της ιστορικής προόδου κλπ.) δεν είναι αμέσως απαραίτητα για τον αγωνιστή. Είνε όμως απαραίτητη η φιλοσοφική μέθοδος, η φιλοσοφική σκέψη και ειδικώς η φιλοσόφηση απάνου στα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, τα οικονομικά φαινόμενα της κοινωνικής ζωής, τα πολιτικά, την εξέλιξη της ιστορίας.

Πρέπει λοιπόν ο αγωνιστής να κατέχη μια ασφαλή μέθοδο, που να φιλοσοφή απάνου στην πολιτική, στην οικονομική, στην ιστορία, στην μορφή των κοινωνιών, στη μετάβαση από μιας κοινωνικής μορφής σε άλλη, από ένα κοινωνικό καθεστώς σε άλλο.

Αυτή η ασφαλής μέθοδος είνε ο μαρξισμός. Ο Μαρξισμός είνε

1) η φιλοσοφία επί της οικονομικής δράσεως της κοινωνίας, επί των οικονομικών φαινομένων και των οικονομικών "κατηγοριών"

2) η φιλοσοφία επί της γενικής κατευθύνσεως της κοινωνικής εξελίξεως, των ιστορικών φαινομένων. Η δευτέρα αυτή μορφή του Μαρξισμού είνε ο ιστορικός υλισμός. Θα μπορούσε κανείς να προσθέση

3) ο Μαρξισμός είνε και πολιτική, η πολιτική που επιβάλλουν εις το Προλεταριάτο τα συμπεράσματα της οικονομολογικής (1) και της φιλοσοφικής (2) ανάλυσης των κοινωνικών γεγονότων.

Στα ακόλουθα κεφάλαια θα περιοριστούμε επί του παρόντος μόνον εις τον ιστορικόν υλισμό.

Καθώς γίνεται φανερόν εκ των ανωτέρω η γνώσις της μεθόδου αυτής είνε αναγκαία:

1) Για τον ίδιο τον αγωνιστή, για να φιλοσοφή επί του αγώνος του, να γίνεται συνειδητός αγωνιστής και να κατευθύνεται μέσα εις τον δαίδαλον των καθημερινών γεγονότων.

2) Για να αμύνεται κατά των ιδεολογικών επιθέσεων των αντιπάλων του κατά του σοσιαλισμού.

3) Για να κλονίζη την αντιδραστική μανταλιτέ των ομάδων, που κατηχεί και διαλύοντας τις προλήψεις να δημιουργή πεποιθήσεις.

4) Για να οικοδομήση ασφαλώς το νέον καθεστώς.

Για όλα αυτά η παρούσα μελέτη είνε αναγκαιοτάτη. Θα προσπαθήσω όσον είνε δυνατόν απλά και σύντομα να εκθέσω εις τα ακόλουθα άρθρα την θεωρία του ιστορικού υλισμού. Το θέμα είνε μεγάλο και δύσκολο. Το Ελληνικό κοινό απροπαράσκευο και η εις Ελληνική γλώσσα βιβλιογραφία σχεδόν ανύπαρκτη. Δια τούτο θα χρειασθούν ίσως παρεκβάσεις, που σε άλλο περιβάλλον θα ήταν περιττές. Το μικρό τούτο έργο δεν έχει αξιώσεις επιστημονικές. Δεν θα κρίνη τη θεωρία, δεν θα παρουσιάση τίποτε νέο, δεν θα μπη σε φιλοσοφικές ή θεωρητικές συζητήσεις, που χωρίζουν όχι μόνον τους μαρξιστάς από τους αντιπάλους των, αλλά και τους μαρξιστάς και τους νεομαρξιστάς μεταξύ των. Θα έχη χαρακτήρα καθαρώς περιγραφικό, τόσο μόνο, όσο για να γνωρίση τη θεωρία και τη μέθοδο.

Όταν η θεωρία γίνη κτήμα αρκετών συντρόφων, επηρεάση τη μανταλιτέ της εργατικής τάξεως, προκαλέσει κάποια φιλοσοφική συζήτηση, τότε θα έλθη η ώρα της κριτικής και της φιλοσοφικής συζητήσεως. Σήμερα αυτή είναι πρόωρη και συνεπώς ανώφελη, αν όχι βλαβερή, διότι εύκολα μπορεί να προκαλέση παρεξηγήσεις.

Η φιλοσοφία

Καθώς είπαμε και εις την Εισαγωγήν, ο ιστορικός υλισμός είνε μέθοδος φιλοσοφική, μέθοδος φιλοσοφήσεως επί της ιστορίας. Η συνειδητή χρήσις της μεθόδου αυτής απαιτεί όθεν φιλοσοφικήν κατάρτισιν. Βέβαια, για να φιλοσοφήσης δεν χρειάζεται να ξέρης τι είνε φιλοσοφία. Αλλά δια να γνωρίζης να μεταχειρίζεσαι μίαν φιλοσοφικήν μέθοδον, να την υποστηρίζης κατά των αντιπάλων σου και να επικρίνης άλλας μεθόδους, πρέπει να ξέρης φιλοσοφίαν.

Όλοι οι άνθρωποι φιλοσοφούν. Ο άνθρωπος είνε κατ’ εξοχήν ζώον φιλοσοφικόν. Συνήθως, οι απλοί άνθρωποι όταν λέγουν φιλοσοφίαν, φιλόσοφος, φιλοσοφώ, εννοούν μια τεμπέλικη δουλειά, μια δουλειά που δεν είνε για την καθημερινή ζωή. «Το ρίχνω στη φιλοσοφία» όταν λέγει ο λαός, όταν δεν θέλει να πη απλώς αδιαφορώ, θέλει να φανερώση μίαν πνευματικήν ασχολία παραπάνω από τις καθημερινές ασχολίες, σκέψη που τα αποτελέσματά της δεν έχουν άμεση και πρακτική σχέση με τις καθημερινές έγνοιες της ζωής, κάτι τι, που απασχολεί τον άνθρωπο, σαν στοιχείο του σύμπαντος μέσα εις οποίον κινεί- ται. Κάθε άνθρωπος έχει τη φιλοσοφία του, τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζει τη θέση του μέσα στον κόσμο (σύμπαν), τον τρόπο, που αντιλαμβάνεται συνολικώς τον κόσμο (κοσμοθεωρία). Ο τρόπος που λύει τα καθέκαστα φιλοσοφικά ζητήματα, από την λύση των οποίων αναχωρεί εις τις άλλες του σκέψεις απάνου στον άνθρωπο, στη ζωή, στη φύση, στην κοινωνία, είνε αποτέλεσμα της αρχικής του κοσμοθεωρίας.

Γι’ αυτό για να αγωνισθή ένας κατά των ιδεών των άλλων επί των κοινωνικών λ.χ. και πολιτικών ζητημάτων, ως αγωνίζεται ο σοσιαλιστής, πρέπει να ξέρη τη φιλοσοφία των αντιπάλων του και έτσι να την πολεμήση. Για να μπης δε εις τη φιλοσοφία του αντιπάλου σου, εις την διανοητικότητά του, τον τρόπον που σκέπτεται, πρέπει να μπορής να φιλοσοφής συνειδητά, να ξέρης τι είναι φιλοσοφία.

Όταν κατά την εξέλιξιν των όντων εμορφώθη εις τα ανώτερα θηλαστικά η διάνοια και αι άλλαι ψυχικαί δυνάμεις, αποτέλεσμα αγώνος προσαρμογής προς το περιβάλλον, και εδημιουργήθη το ανθρώπινον ον, με διάνοιαν, λογισμόν, μνήμην και αντίληψιν, με κρίσιν, με προσωπικότητα, ευρέθη τούτο απέναντι της φύσεως, του σύμπαντος, το οποίον δεν ηρκέσθη να θαυμάση, αλλά εθέλησε και να το εξηγήση. Από τη μικρήν ηλικία του ανθρωπίνου γένους αρχίζει η τάσις αυτή προς γνώσιν και εξήγησιν του σύμπαντος, η τάσις, που ωνομάσθη φιλοσοφικόν ένστικτον. Νομίζουν μερικοί φιλόσοφοι ότι κοντά στο ένστικτο της συντηρήσεως της ζωής και της αναπαραγωγής του είδους (υλικαί ανάγκαι, ερωτική ορμή) υπάρχει και το ένστικτο τούτο της γνώσεως και εξηγήσεως του περιβάλλοντος, του σύμπαντος, του κόσμου (εις την κοσμογραφική του έννοια). Παραδέχονται κι’ όλας πως το ένστικτο τούτο είνε, που χωρίζει τον άνθρωπο από το ζώο. Ο αρχαίος φιλόσοφος Αριστοτέλης το εθεώρησε ένστικτο, φυσική ροπή, σύμφυτη με την περιέργεια. Ο άνθρωπος είπε φύσει εκ φύσεως του ειδέναι ορέγεται (επιθυμεί να μαθαίνη). Και αλήθεια, χωρίς αυτή τη φυσική κλίση του ανθρώπου, που η απλούστερη εμφάνισή της είνε η περιέργεια, δε θα μπορούσε να αναπτυχθή ο πολιτισμός.

Εάν ο άνθρωπος επεριορίζετο να μάθη ό,τι η άμεση μόνον ανάγκη της ζωής τον ωθούσε, ο ανθρώπινος πολιτισμός λίγο θα εδιάφερε από τη συμβίωση των ζώων. Η χωρίς άμεσο συμφέρο -ή ανιδιοτέλεια - επιθυμία της γνώσεως είνε το κυριώτερο χαρακτηριστικό του ανθρωπίνου πολιτισμού. Η μανία της ερεύνης των σοφών, με χίλιους κινδύνους πολλές φορές για την υγεία τους, η φιλομάθεια και του γέροντα ακόμη 100 χρονών ηλικίας, που ξέρει πως αύριο πεθαίνει και τόσα άλλα παραδείγματα φανερώνουν πως ο άνθρωπος «φύσει» (εκ φύσεως) τείνη ακατασχέτως να γνωρίση και να εξηγήση το σύμπαν. Με το ένστικτο αυτό ο άνθρωπος ερευνά την γύρω φύση, προσπαθεί να εμβαθύνη σ’ όλα τα πράγματα, σ’ όλα γύρω του τα φαινόμενα, σ’ όλες τις εντυπώσεις του, προσπαθεί να βρη την ουσία όλων των πραγμάτων, ξεπερνώντας τη γνώση, που δίνει η πρώτη εντύπωση, και γυρεύοντας κάτω απ’ αυτήν κάτι τι στερεώτερο και κοινό εις όλα τα πράγματα που να μπορεί δια μιας να εξηγήση όλα τα πράγματα, τον κόσμον ολόκληρο.

Το χαρακτηριστικό λοιπόν της φιλοσοφίας δεν είνε μόνο η σκέψη, η προσπάθεια να εμβαθύνης αλλά και η προσπάθεια να βρης γενικώτερες ιδέες μέσα στις οποίες να κάμης να μπουν οι ιδέες, που σου δίνουν τα καθέκαστα πράγματα. Η τάση της βαθειάς σκέψεως με την τάση της γενικοποιήσεως, αυτό είνε το φιλοσοφικόν έργον του ανθρώπου.

Τώρα γιατί ο άνθρωπος έχει την κλίση αυτή της γνώσεως και της βαθύτερης αναλύσεως των εντυπώσεών του, μαζύ δε μ’ αυτήν και την τάση της βαθύτερης συνθέσεως των εντυπώσεών του και της γενικοποιήσεως, είνε πράγμα που καλά ακόμη δεν το ξεκαθάρισεν η φιλοσοφία. Λέγοντας ότι ο άνθρωπος εκ φύσεως επιθυμεί να μαθαίνη ή ότι έχει από ένστικτο τη φιλοσοφική διάθεση δεν είνε αρκετή εξήγηση. Η ρεαλιστική εξήγηση του Russel δια τον πρακτικόν λόγον της διανοητικής αυτής τάσεως, που, όντας αποτέλεσμα ανάγκης εις τον αγώνα της ζωής, εις το μακρύ στάδιο της εξελίξεως των όντων, καταντά κλίση φυσική, είνε μια εξήγηση, μια αλήθεια, προσωρινή ίσως, αλλά που μας επιτρέπει εκείθε να προχωρήσουμε σε άλλες έρευνες. Η αλήθεια δεν είνε απόλυτη. Μόνον η πρακτική της ωφελιμότητα, η επαλήθευσή της εις όσο το δυνατό περισσότερες περιπτώσεις, αυτή της δίνει την αξίαν της.

Για την ανάγκη της συνθέσεως, γιατί δηλαδή ο άνθρωπος έχει τάση από την ανάλυση των εντυπώσεών του και τη βαθύτερη εξέτασή των να ζητή να φθάση σε συνθετικώτερες ιδέες, όσο το δυνατόν γενικές, ως που να περιλαβαίνουν με μιας όλου του κόσμου τα φαινόμενα και τις εντυπώσεις, η ακόλουθη εξήγηση ίσως να έχη κάποιαν αξίαν. Οι φιλόσοφοι, ο Άγγλος Pearson και ο Αυστριακός Mach, μελετώντας την επιστημονική σκέψη, τη μέθοδό της, την ουσίαν εκείνου που λέγομεν επιστημονικοί νόμοι, έφθασαν εις το συμπέρασμα, ότι η ανάγκη γενικών εννοιών σε μιαν επιστήμη, η ανάγκη των επιστημονικών νόμων δεν είνε τίποτε άλλο παρά η ανάγκη εκείνη του νου του ανθρώπου να μπορή με έναν τύπον να αναπαριστά την σειράν των ποικίλων φαινομένων, που χωρίς αυτόν ο νους δεν μπορεί να σταθή και να προχωρήση μέσα εις τον δαίδαλον της ποικιλίας των φαινομένων και των εντυπώσεων. Έτσι ενεργώντας ο ανθρώπινος νους ενεργεί είδος «νοητικής στενογραφίας» των φαινομένων.Εκείθεν η ανάγκη της γενικεύσεως αυτής των παρατηρήσεων. Ίσως αυτό μπορεί να εξηγήση την συνθετικήν ανάγκην του ανθρώπου. Καθώς ο άνθρωπος χρησιμοποιεί την μέθοδο της συγκρίσεως, της ταυτότητος ή της διαφοράς, της ομοιότητος ή της αντιθέσεως, τη μέθοδο της αιτιότητος (αιτία και αποτέλεσμα) για να μπορέση να κατατάξη τας εντυπώσεις του και να σταθή μέσα εις την ποικιλίαν των φαινομένων και των εντυπώσεων, που του δίδουν αι αισθήσεις του, έτσι χρησιμοποιεί και την μέθοδο της γενικεύσεως.

 

fwsulismos007

(Γιάννης Καβάσιλας: Εργοστάσιο «Ελαιουργίας»)

Έτσι η φιλοσοφία είνε η εργασία εκείνη του νου να αναλύση τον εξωτερικό κόσμο και να τον ανασυνθέση σε γενικές έννοιες. Με τον καιρό η πρώτη εργασία επήρε τη μορφή των επιστημών, που οι γενικές των αρχές αποτελούν τη φιλοσοφία κάθε επιστήμης, και που η ανασυνθετική εργασία επί των αποτελεσμάτων των επιστημών αποτελεί τη σημερινή φιλοσοφία.

Η γενική όμως αρχή τόσον των επιστημών, όσον και της φιλοσοφίας, αποτελεί πάντα μίαν υπόθεση του ανθρώπου, αρχή, που υποθέτει ο ανθρώπινος νους για να προχωρήση εις την έρευνά του. Το πόρισμα τούτο, αποτέλεσμα της νεωτέρας φιλοσοφίας (βλ. Πουαγκαρέ - "Επιστήμη και υπόθεσις") έρριξε την έως τώρα πιστευόμενη ιδέα της αιωνιότητος των επιστημονικών και φιλοσοφικών αρχών, που επίστευαν οι παλιές φιλοσοφίες, και πιστεύουν ακόμη εκείνοι που σκέπτονται μ’ αυτές, καθώς συμβαίνει, όπως βλέπουμε, με τις γενικές αρχές της οικονομικής ή πολιτικής επιστήμης, που συναντά στον αγώνα του ο σοσιαλιστής ο αγωνιζόμενος να φωτίση τη διανόηση απάνου στα σοσιαλιστικά προβλήματα.

Καθωρισμένη λοιπόν έτσι η φιλοσοφία (αρχή, φύσις, σκοπός, και πρακτική της ανάγκη) βλέπουμε ότι παρουσιάζει εις το στάδιον της εξελίξεώς της από τα αρχαία χρόνια του ανθρώπου δύο διάφορες μορφές, δύο τάσεις, που ίσως αποτελούν δύο περιόδους. Την θεωρητική τάση και την εμπειρική. Η πρώτη δίνει περισσότερη θέση στη φαντασία παρά στην παρατήρηση. Προσπαθεί μόνον με τη φαντασία να εξηγήση τα φαινόμενα και να τα ανασυνθέση. Η δεύτερη δίνει περισσότερη θέση στην παρατήρηση. Η πρώτη είνε αποτέλεσμα των πρώτων χρόνων της ανθρωπότητος. Ο άνθρωπος θέλοντας να βρη μια πρώτη αρχή και κοινή βάση όλων των πραγμάτων, μια πρώτη αιτία θεοποιεί την φύσιν, τα πράγματα και όλα τα βλέπει σαν εκδηλώσεις του θείου. Έτσι η θρησκεία είνε η πρώτη μορφή της φιλοσοφίας. Αυτή γίνεται ο εξηγητής κάθε φαινομένου, ο ρυθμιστής των κοινωνικών ζητημάτων. Οι αρχαίες θρησκείες και οι αρχαίες μυθολογίες παρουσιάζουν όλες αυτό το θέαμα.

Αλλ’ όταν η ανάλυση της καθημερινής πείρας και η παρατήρηση, αποτέλεσμα πρακτικών αναγκών της ζωής, έδωσαν περισσότερη θέση στην εμπειρία και λιγώτερη στη φαντασία, η φιλοσοφία έχασε τη θρησκευτική μορφή και επήρε άλλη φιλοσοφικώτερη, ας πούμε, μορφή. Ο χωρισμός αυτός οφείλεται στους αρχαίους Έλληνας. Οι φιλόσοφοι της Ιωνίας που εμελέτησαν περισσότερο τα φυσικά φαινόμενα, προσπαθούν να βρουν την εξήγηση των όντων, του κόσμου, σε φυσικά αίτια. Ο Θαλής ο Μιλήσιος (7 αιώνες π.Χ.) βρίσκει πως η αρχή όλων των όντων είνε το νερό, και εκδήλωσις αυτού είνε κάθε πράγμα και κάθε φυσικό φαινόμενο. Ο Αναξιμένης (6 αιώνες π.Χ.) πως είνε ο αέρας, ο Αναξίμανδρος η φωτιά.

Αλλά, καθώς οι υποθέσεις αυτές δεν μπορούσαν να εξηγήσουν όλα τα φαινόμενα, η φιλοσοφία εσπρώχθηκε να βρη άλλη γενική αρχή. Αι σχέσεις των αριθμών, σχέσεις ποσών, κατά τον Πυθαγόρα (από την Κάτω Ιταλία 6 αιώνες π.Χ.) ο νους, είδος ανθρωπίνου νου, κατά τον Αναξαγόρα (από την Ιωνία 6 αιώνες π.Χ.), κυβερνούν τον κόσμο. Τέλος ο Δημόκριτος (από τα Άβδηρα της Μακεδονίας 5 αιώνες π.Χ.) διετύπωσε θεωρίαν, που σχεδόν βαστάει έως τώρα, ότι όλα τα πράγματα αποτελούνται από μικρά μέρη (άτομα) που οι σχέσεις των και η αλληλεπίδρασή των δίνουν τα φαινόμενα. Η θεωρία αυτή έχει μεγάλην αξία. Γι’ αυτό και εβάσταξε 2.500 χρόνια. Εγύρισε την κατεύθυνση της ανθρωπίνης σκέψεως από τα έξω των πραγμάτων εις τα εντός των πραγμάτων. Ενώ πριν οι άνθρωποι εκύτταζαν έξω των πραγμάτων να βρουν την ουσία των και την εγύρευαν εις τον θεόν, τη φωτιά, το νερό κλπ., ο Δημόκριτος τους έκαμε να κυττάζουν εντός των πραγμάτων και να ιδούν πως η σύνθεση των πραγμάτων αυτού του κόσμου αν γνωρισθή, αυτή δίνει και την εξήγηση των φαινομένων.

Αλλ’ επειδή τα πράγματα δεν τα βλέπουνε όλοι το ίδιο, εφανερώθηκε η ανάγκη να εξετασθή ο άνθρωπος, πώς βλέπει τα πράγματα. Ο Σωκράτης είχε για φιλοσοφία το «γνώθι σαυτόν», γνώριζε δηλ. τον εαυτόν σου και σ’ αυτόν μέσα, στο μυαλό σου όπου καθρεπτίζονται τα πράγματα, θα γνωρίσης τα πράγματα. Εκείθε η φιλοσοφία έφθασε να παραγνωρίση την υπόσταση των πραγμάτων (Πλάτων), λέγοντας πως τα πράγματα δεν έχουν υπόσταση δική τους, παρά την υπόσταση, που τους δίνει ο νους του ανθρώπου. Βέβαια, η θεωρία του Σωκράτη δεν μπορούσε νάχη ούτε μεθοδολογική αξία μεγάλη, διότι δεν είχαν γεννηθή ακόμη οι επιστήμες εκείνες (φυσιολογία, ψυχολογία κλπ.), με τις οποίες ο άνθρωπος θα μελετούσε τον άνθρωπο. Έτσι και ο Αριστοτέλης εθεώρησε τη λογική του ανθρωπίνου μυαλού, ως την λογική του σύμπαντος, τον τρόπον δηλ. με τον οποίον παρακολουθούνται και συνακολουθούνται τα φαινόμενα του σύμπαντος. Όμως και οι φιλοσοφίες αυτές έστρεψαν την προσοχή του ανθρώπου εις την εξέταση και του σκεπτομένου νου του.

Η φιλοσοφική αυτή άνθηση εχάθηκε με την πτώση του αρχαίου Ελληνικού και Λατινικού κόσμου. Ο Χριστιανισμός ξανάφερε τη θεοκρατική σκέψη και τη θεολογική έρευνα και μόνον μετά 1.300 χρόνια άρχισε πάλι εις την Ευρώπη η φιλοσοφική άνθηση, απάνου στα πρότυπα της Ελληνικής φιλοσοφίας.

Οι φιλοσοφίες του Βάκωνος και του Καρτεσίου ήταν μία αντίδραση κατά της θεολογίας, που όλα τα πράγματα προσπαθούσε να εξηγήση με την αποκάλυψη του θείου. Ως τόσο αναπτύχθηκαν η φυσική, η αστρονομία, η κοσμογραφία. Έπεσε ο γαιοκεντρισμός, κατά τον οποίον η γη εθεωρείτο το κέντρον του κόσμου, και ότι όλα έγιναν για τη γη. Η γη αποδείχθηκε κι’ αυτή μια σφαίρα, και μάλιστα μικρή, που η θέση της και η κίνησή της καθορίζεται όχι απ’ αυτήν αλλ’ από την αλληλεπίδρασή της (έλξη) με τις άλλες σφαίρες (άστρα, σελήνη, ήλιος) του σύμπαντος.

Έτσι έπεσε και ο ανθρωποκεντρισμός, η ιδέα δηλ. που όλα στον κόσμο ή στη γη έγειναν για τον άνθρωπο. Από την κίνηση αυτή εβγήκε η Αγγλική φιλοσοφία του 17ου και 18ου αιώνος, που βοηθούμενη με τα επιστημονικά αυτά δεδομένα ηθέλησε να εξηγήση εμπειρικώς τα διάφορα φιλοσοφικά προβλήματα, ως που η μελέτη αυτή μας έφερε στη φιλοσοφία του Καντ (Γερμανού φιλοσόφου, 18ος-19ος αιών), που εχώρισε τη φιλοσοφία του φαινομένου από τη φιλοσοφία του νοουμένου (μεταφυσική), ρίχνοντας την αιωνιότητα και απόλυτη δύναμη του φαινομένου, και φυλάγοντάς της για το δεύτερο, το νοούμενον. Όσον και αν είνε ζήτημα, εάν μπορή να γίνη η εξέταση του νοουμένου, όμως η φιλοσοφία αυτή έχει απόλυτην αξίαν, γιατί έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα των ορίων της γνώσεως, ως που δηλ. μπορεί να γνωρίση ο άνθρωπος και έκοψε από ρίζα τη θεολογική επέμβαση σ’ όλα τα φιλοσοφικά και επιστημονικά προβλήματα.

Από τη φιλοσοφία του Καντ εβγήκαν άλλοι φιλόσοφοι ιδεαλιστές, καθώς ο Χέγελ, του οποίου θα εξετάσουμε το ιδεαλιστικό φιλοσοφικό σύστημα σε άλλο κεφάλαιο ειδικώς, γιατί η διαλεκτική του μέθοδος είνε εκείνη, που επηρέασε τον Μαρξ εις τη διατύπωση του ιστορικού υλισμού.

Αλλ’ από τον ξεχωρισμόν αυτόν του φαινομένου από το νοούμενον εβγήκε η θετικιστική σχολή του Αυγούστου Κοντ (Γάλλου 19ου αιώνος), που κηρύσσει πως ο άνθρωπος δεν έχει να εξετάση παρά κάθε τι που είνε θετικό, δηλ. γνωριζόμενο δια της πείρας, σχετικό και ωφέλιμο και ότι η προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίση τον κόσμο και το είναι του έχει την ιστορική της εξέλιξη από το θεοκρατισμό στο θετικισμό. Δηλαδή εις τη φιλοσοφία του το ανθρώπινο γένος αρχίζει από την θεοκρατική μορφή, δηλ. αποδίδει εις το θείον την ουσία και την αιτία των ιόντων, για να περάσει έπειτα στη μεταφυσική μορφή, ότε αποδίδει εις κάτι άλλο, το νοούμενον (η ιδέα του Πλάτωνος, Χέγελ), για να καταλήξη εις τον θετικισμό, όπου δεν γυρεύει τέτοια ουσία, όπου όλα τα όντα έχουν σχετική αξία και θέση και αρκείται να καταλάβη αυτές τις σχέσεις που δίνουν θετικά, ήτοι γνώσεις και φιλοσοφικά πορίσματα.

Εκείθε με αυτή τη βάση και με τη βοήθεια των πορισμάτων των επιστημών, που τόσον ανεπτύχθησαν στα τελευταία χρόνια, επροχώρησε η φιλοσοφία. Η ψυχολογία έγεινε χωριστή επιστήμη με τους ιδιαιτέρους κλάδους της, πειραματική ψυχολογία, γενική ψυχολογία, ψυχολογία του παιδιού, ψυχολογία των ομάδων, κοινωνική ψυχολογία, παθολογική ψυχολογία κλπ. Η λογική επίσης με κλάδους: λογική του λογισμού, αισθηματική λογική, λογική του πλήθους κλπ. Οι άλλες επιστήμες, οι φυσικές ενεβάθυναν περισσότερο εις τας παρατηρήσεις των, ώστε η φιλοσοφία επί της ζωής, της ουσίας των όντων κλπ. έλαβεν άλλην ανάπτυξιν. Οι ηθικές επιστήμες (ηθικολογία, επιστήμη των ηθών, επιστήμη των θρησκειών κλπ.), οι κοινωνικές επιστήμες (επιστήμη της κοινωνίας, κοινωνιολογία), οι πολιτικές (πολιτική, δίκαιον κλπ.) έλαβαν μεγάλη ανάπτυξη, το στάδιον της φιλοσοφίας περιωρίσθη εις εκείνα τα ζητήματα, που οι επιστήμες δεν μπορούν να απαντήσουν, καθώς και εις την έρευναν των αρχών των επιστημών. Η θεωρία της γνώσεως, τα πέραν αυτής μεταφυσικά προβλήματα και τα ηθικά προβλήματα (της συμπεριφοράς των ανθρώπων και της κοινής συμβιώσεως) αποτελούν την τριάδα των φιλοσοφικών προβλημάτων κατά την κλασσική διαίρεση του Wunat.

Από την ανάπτυξιν αυτήν των επιστημών και τον περιορισμό του κύκλου της δράσεως της φιλοσοφίας, που μια φορά περιλάβαινε και όλες τις επιστήμες ολόκληρες, εβγήκαν εις τα νεώτερα χρόνια δύο μεγάλες σχολές: Ο υλισμός (ο φιλοσοφικός υλισμός, που δεν έχει σχέση με τον ιστορικό υλισμό) και ο νεώτερος πραγματισμός. Ο πρώτος (ιδίως ο υλισμός του δεύτερου ημίσεος του 19ου αιώνος, με τους Μόλεσχοτ, Μπύχνερ, Χαίκελ) εκήρυξεν εύκολα, πως όλα τα φιλοσοφικά προβλήματα τα έλυσαν οι επιστήμες και έφθασε μάλιστα να διατυπώση τας υλιστικάς του εξηγήσεις εις όλα τα προβλήματα, φυσικά, ψυχικά, κοινωνικά κλπ. Ο δεύτερος, ο νεώτερος πραγματισμός (1885 έως σήμερα, με τους φιλοσόφους W. James και Μπέρξον κυρίως), κηρύχνοντας εξ αρχής ότι η επιστήμη όχι μόνον δεν έλυσε τα φιλοσοφικά προβλήματα, αλλά και δεν μπορεί να τα λύση, εμόρφωσε την μεταφυσικίζουσα θεωρία της δράσεως (philosophie de l’ action) με όργανο γνωστικό όχι τη διάνοια (που την αφήνει εις την επιστήμη), αλλά τη διαίσθηση, τη δημιουργική δύναμη κλπ.

Το βέβαιο είναι, καθώς πιστεύει ο νεώτερος υλισμός, ο επιστημονισμός ονομασθείς (scientisme), ούτε η επιστήμη έλυσε όλα τα φιλοσοφικά προβλήματα, ούτε και αποκλείεται πως θα τα λύση και ούτε υπάρχει άλλη πηγή γνώσεως, που να παρέχη ασφαλή απόδειξη και να επιδέχεται ασφαλή έλεγχο, παρά η επιστήμη. Μεταξύ της δημοκρατίας της επιστήμης, όπου όλοι κινούνται ελεύθερα και με δικαίωμα ελέγχου και της αριστοκρατίας της μυστικιστικής φιλοσοφίας της διαισθήσεως, παλεύουν σήμερα οι φιλοσοφούντες. Ο προσωπικός χαρακτήρ, η επιρροή του κοινωνικού περιβάλλοντος, ιστορικοί παράγοντες, ανυψώνουν το επίπεδο της μιας ή της άλλης. Αναπτύσσοντας παρακάτω την θεωρία του ιστορικού υλισμού θα εξετάσουμε το ρόλο, που παίζει το κοινωνικό καθεστώς εις την επικράτηση των διαφόρων φιλοσοφικών συστημάτων. Οι νεώτατοι φιλόσοφοι, σαν αντίστοιχοι της πολιτικής και κοινωνικής θεωρίας της «ανοικοδομήσεως» (reconstruction) του αστικού καθεστώτος, θεωρίας που στέκει μεταξύ αστισμού και κομμουνισμού, προσπαθούν ν’ ανασυνθέσουν τις δύο τάσεις της νεώτερης φιλοσοφίας, σε μίαν ανώτερη, που να συμβιβάζη την επιστήμη με τον μυστικισμό.

Από τη μικρή αυτή περίληψη βλέπει ο αγωνιστής, τι ρόλο παίζει εις τη σκέψη και τη ζωή η φιλοσοφία. Ξέρει πλέον πώς εξελίχθη η φιλοσοφική σκέψη των αιώνων, από πού άρχισε και ποια μορφή έχει σήμερα. Έχει τα πρώτα στοιχεία για να αναλύση σε φιλοσοφικό βαθμό τις πρώτες αρχές απάνου στις οποίες στηρίζονται οι κοινωνικές και πολιτικές σκέψεις των αντιπάλων του, ή και των οπαδών του, και ξέρει έτσι πού να κτυπήσει για να προκαλέση τη δημιουργία των νέων πεποιθήσεων.

Με τις προκαταρκτικές αυτές γνώσεις θα προχωρήσουμε εις τον ιστορικό υλισμό, τη Μαρξική μέθοδο της φιλοσοφήσεως απάνου στην εξέλιξη της ιστορίας και των ιστορικών γεγονότων, των ιστορικών μορφών της κοινωνίας, του πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος της, που σήμερα είνε εκείνο που λέμε αστικός πολιτισμός και αστικό καθεστώς. Θα φιλοσοφήσουμε απάνου σ’ αυτό και θα ιδούμε την εξέλιξη και την κατεύθυνσή των, που μας άγει κατά την πίστιν μας εις το σοσιαλιστικό καθεστώς.

Η θεωρία του ιστορικού υλισμού

Καθώς ελέγαμε και εις την Εισαγωγή, ο Μαρξισμός είνε η φιλοσοφία επί της οικονομικής δράσεως της κοινωνίας.

Αλλά την κοινωνία εξετάζουμε από δύο απόψεις, στατικώς, καθώς λέγουν και δυναμικώς, ήτοι: 1) μελετάμε τα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα, όπως μας παρουσιάζονται - ακίνητα ας πούμε - και προσπαθούμε να βρούμε τη δικαιολογία της υπάρξεώς των, και 2) τα μελετάμε στην εξέλιξή των - καθώς εξελίσσονται, κινούνται ας πούμε - και προσπαθούμε να βρούμε τους νόμους της εξελίξεως αυτής. Με τον ίδιο τρόπο, πλην των μερικών κοινωνικών φαινομένων μπορούμε να μελετήσουμε και το σύνολο της κοινωνίας, την κοινωνίαν ολόκληρον, σαν ολότητα, σαν οργανισμό, σαν κοινωνικό φαινόμενον, το κατ’ εξοχήν κοινωνικόν φαινόμενο.

Για να την μελετήσουμε δε και από την άλλη άποψη, χρειάζεται να φιλοσοφήσουμε, να βρούμε βαθύτερες, γενικές ή σταθερώτερες έννοιες, αιτίες, που σαν αποτελέσματα να προκύπτουν απ’ όλα τα άλλα κοινωνικά φαινόμενα.

 

fwsulismos008

(Σπύρος Κουρσάρης: Το μήνυμα)

Για τον Μαρξ το κοινόν υπόστρωμα όλων των κοινωνικών φαινομένων είνε αι οικονομικαί σχέσεις των μελών της κοινωνίας, καθώς προκύπτουν από τες οικονομικές ανάγκες αφ’ ενός και τους οικονομικούς όρους της ικανοποιήσεών των (παραγωγή, μέσα παραγωγής) αφ’ ετέρου. Αυτό είναι το βασικό θεώρημα του Μαρξ.

Από τον τρόπο, που οι οικονομικοί όροι κάθε εποχής της κοινωνίας ικανοποιούν τας οικονομικάς ανάγκας των μελών της κοινωνίας, δημιουργείται πλέγμα μόνιμον οικονομικών σχέσεων - οικονομικόν καθεστώς - που είνε η αιτία της εμφανίσεως όλων των κοινωνικών σχέσεων και δυνάμεων (κοινωνικού καθεστώτος), των πολιτικών δυνάμεων (πολιτικού καθεστώτος) και ακόμη και των ιδεών, που οι άνθρωποι σχετίζουν περί αυτών, της γενικής δηλαδή φιλοσοφίας και φιλοσοφικής σκέψεως.

Μελετώντας δε το οικονομικόν καθεστώς μιας κοινωνίας εις την εξέλιξή του μπορούμε να ιδούμε έτσι και την εξέλιξιν όλων των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων, να φιλοσοφήσουμε επί της ιστορικής εξελίξεως. Αυτή η οικονομική άποψη της εξετάσεως και ερμηνείας των κοινωνικών φαινομένων και της ιστορικής των εξελίξεως αποτελούν την υλιστική μέθοδο, που καθώς φρονούν μερικοί πρέπει να λέγεται οικονομική και όχι υλιστική μέθοδος, που μπορεί να φέρη σύγχυση με άλλες φιλοσοφικές σχολές.

Για τη μελέτη λοιπόν των κοινωνικών φαινομένων και της εξελίξεώς των, για τη μελέτη της ιστορίας και για να φιλοσοφήσης επ’ αυτής, κατά τον Μαρξ, πρέπει να φιλοσοφήσης βαθειά επί των οικονομικών φαινομένων. Από εκεί θα βγάλης τη φιλοσοφία επί της ιστορίας. Την μέθοδον αυτήν δεν την διετύπωσεν ο Μαρξ συστηματικά σε κανένα του έργο. Βγαίνει όμως αυτή από τον τρόπον, που εργάσθηκε και εμελέτησε τα οικονομικά φαινόμενα. Το κλασσικό βιβλίο, όπου εμελέτησε τα οικονομικά φαινόμενα είνε το "Κεφάλαιον".

Άρχισε ο Μαρξ να φιλοσοφή επί των οικονομικών φαινομένων, καθώς εμφανίζονται ταύτα εις το σημερινόν κεφαλαιοκρατικόν σύστημα. Μπορούμε να πούμε ότι ο χαρακτήρ των οικονομικών ερευνών του Μαρξ είναι η εξέταση του τι είνε αι οικονομικαί κατηγορίαι (όροι). Η μελέτη αυτή των κατηγοριών (όρων), εννοιών, υπό τας οποίας η πείρα χωρίζει τα οικονομικά φαινόμενα της κοινωνίας, την οικονομικήν δηλ. δράσιν του εν κοινωνία ανθρώπου, αποτελεί έναν ειδικό κλάδο γνώσεων, μίαν ειδική συστηματική σπουδή, που λέγεται Πολιτική Οικονομία. Η επιστήμη αυτή είνε νέα, δύο αιώνες περίπου προ του Μαρξ, δηλαδή εφάνηκε κατά τον 17ον αιώνα. Συνήθως εις τα βιβλία Πολιτικής Οικονομίας βλέπουμε να γίνεται λόγος επί των ζητημάτων: αξία, τιμή, ράντα (έγγειος πρόσοδος), ημερομίσθιον, κέρδος, κεφάλαιον κλπ. Οι προ του Μαρξ οικονομολόγοι, καθώς και οι μετ’ αυτόν περιορίζονται να καθορίσουν τας ποσοτικάς σχέσεις μεταξύ των άνω τούτων αντικειμένων της πείρας, των γνωστών υπό τους άνω τούτους όρους.

Ο Μαρξ ηθέλησε να βρη την ουσίαν των κατηγοριών τούτων. Τις θεωρεί ιστορικές κατηγορίες και ζητεί να βρη πώς εγεννήθηκαν και τι περιέχουν. Γι’ αυτό και ονομάζει το έργον του "Κριτική (Critique) της Πολιτικής Οικονομίας", όχι τόσον εις την έννοιαν επίκρισις της Πολιτικής Οικονομίας της εποχής του, όσον Κριτική γνώσις των οικονομικών κατηγοριών, κριτική εξερεύνησις του τι μπορεί να κρύβεται κάτω απ’ αυτές τις κατηγορίες, καθώς ο Καντ στη φιλοσοφία εζήτησε να βρη τις κατηγορίες κάτω από τις οποίες γενικώς ταξινομεί τις εντυπώσεις της πείρας ο ανθρώπινος νους. Και τη μελέτη αυτή την έκαμε επάνω στις οικονομικές κατηγορίες, ως παρουσιάζονται εις το καπιταλιστικό σημερινό καθεστώς, για να βρη έτσι και τις συγκεκριμένες και αντικειμενικές τάσεις του καπιταλιστικού συστήματος και πώς οι άνθρωποι γνωρίζουν τις τάσεις αυτές.

Από τις σπουδές αυτές βγαίνει η οικονομική μέθοδος της μελέτης της ιστορίας, ο ιστορικός υλισμός.

Μελετώντας δε ο Μαρξ τις ιδέες, που οι άνθρωποι έχουν για τα οικονομικά φαινόμενα της κοινωνίας και τα οικονομικά γεγονότα, εχρησιμοποίησε την διαλεκτική μέθοδο του Χέγελ. Αλλά παρετήρησε -και τούτο αποτελεί την επαναστατικήν άποψη και την πρόοδο επί του φιλοσοφικού συστήματος του Χέγελ- ότι εις την ιστορίαν και η πράξις (praxis, δράσις) η επαναστατική δημιουργεί την χεγελιανήν τριχοτομίαν της θέσεως, αντιθέσεως και συνθέσεως, πράγμα που δύσκολα συνήθως εννοείται και καταντά ο ιστορικός υλισμός να θεωρήται απλή μοιρολατρική μέθοδος (φαταλισμός), που είνε φανερό λάθος και παραγνώριση του μεγάλου έργου του Μαρξ.

Σ’ αυτή τη φιλοσοφική βάση στηρίζεται το "Κομμουνιστικό Μανιφέστο".

Το βιβλίο, όπου συστηματικώτερα κάπως διατυπώνεται η οικονομική (υλιστική) αυτή εξήγηση της ιστορίας, είνε το "Κομμουνιστικό Μανιφέστο", γραμμένο, ως γνωστόν, στα 1847, ως Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Συνδέσμου, που ιδρύθηκε στο Λονδίνο και μέλος της Επιτροπής του οποίου ήταν ο Μαρξ.

Εις το βιβλίο τούτο, βγαλμένο για να δείξη τα συμφέροντα του προλεταριάτου και συνεπώς τον επιβαλλόμενον εις αυτό πολιτικόν ρόλον εις την πολυτάραχον αυτήν εποχή του 1848, ο Μαρξ με τον Έγκελς εκθέτουν τας εξής βα- σικάς των σκέψεις:

1. Η ιστορία της κοινωνίας είνε ιστορία πάλης τάξεων.

2. Οι ιδέες, που επικρατούν σε κάθε εποχή, είνε πάντοτε οι ιδέες της επικρατούσης τάξεως.

3. Κάθε αγών τάξεων είνε πολιτικός αγών.

4. Σήμερα στη θέση των φεουδαλικών σχέσεων υψώνεται ο ελεύθερος συναγωνισμός, που δημιουργεί ανάλογους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς και την οικονομικήν και πολιτικήν κυριαρχίαν της αστικής τάξεως.

5. Το Κράτος είνε επιτροπή διαχειριζομένη τα κοινά των αστών.

6. Κάθε σταθμός αναπτύξεως της πλουτοκρατίας συνοδεύεται με πολιτικήν πρόοδο.

7. Η πλουτοκρατρία συναθροίζοντας πληθυσμούς και συγκεντρώνοντας σε λίγα χέρια τα μέσα της παραγωγής, δημιουργεί την πολιτικήν συγκέντρωσιν.

8. Η πλουτοκρατία αγωνίζεται πρώτα κατά της αριστοκρατίας, έπειτα μεταξύ της και μεταξύ των πλουτοκρατιών των άλλων χωρών και εις τους αγώνας αυτούς ζητεί την βοήθειαν και την συνεργασίαν του προλεταριάτου, σύροντάς το έτσι στους πολιτικούς αγώνας, την πολιτική ζωή και δημιουργώντας έτσι τα μέσα εκείνα της μορφώσεως και συνειδήσεως, που γίνονται όπλα εναντίον της, δημιουργώντας τον επαναστατικό ρόλο του προλεταριάτου.

9. Οι οικονομικές ανάγκες που δημιουργεί το καθεστώς της, δημιουργούν και την πολιτική δράση της, που από επίθεση κατά του προλεταριάτου, καταντά υποχώρηση σ’ αυτό, μοιραία υποχώρηση στις οικονομικές ανάγκες και συνθήκες, που δημιουργεί αυτή η εξέλιξη της αστικής οικονομίας.

Χαρακτηριστική διατύπωση της θεωρίας βρίσκουμε και στον πρόλογο του βιβλίου "Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας" (1859), όπου λέγει:

"Εις την κοινωνική παραγωγή, με την οποίαν οι άνθρωποι ικανοποιούν τις ανάγκες της υπάρξεώς των, μπαίνουν ούτοι σε σχέσεις ωρισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από την θέλησή των. Οι σχέσεις αυτές (σχέσεις παραγωγής) ανταποκρίνονται στον ωρισμένον βαθμόν αναπτύξεως των παραγωγικών δυνάμεων. Το σύνολον των σχέσεων αυτών παραγωγής αποτελεί τον οικονομικόν σκελετόν (καθεστώς) της κοινωνίας, την πραγματικήν βάσιν, απάνου στην οποίαν υψώνεται (βασίζεται) ένας υπερσκελετός (υπερκαθεστώς) νομικός και πολιτικός, εις τον οποίον αντιστοιχούν και αι ωρισμέναι κοινωνικαί μορφαί γνώσεως και συνειδήσεως. Ο τρόπος της παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικώς την πορεία της εξελίξεως της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής της ανθρωπίνης κοινωνίας. Δεν είνε η θέλησις των ανθρώπων, που καθορίζει την πραγματικότητα. Τουναντίον η κοινωνική πραγματικότης καθορίζει τη θέλησίν των και τη γνώμη των. Εις εν ωρισμένον στάδιον της αναπτύξεώς των οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται εις αντίθεση με τας υπάρχουσας σχέσεις πα- ραγωγής, ή καθώς θα ελέγαμε νομικώς με τας σχέσεις ιδιοκτησίας, εντός των οποίων εκινούντο έως τώρα. Από στοιχεία αναπτύξεως των παραγωγικών δυνάμεων, που ήσαν έως τώρα, γίνονται εμπόδια αυτής. Τότε αρχίζει εποχή κοινωνικής επαναστάσεως. Η μεταβολή, που έγεινε εις την οικονομικήν βάσιν, ανατρέπει αργά ή γρήγορα όλον τον κολοσσιαίον υπερσκελετόν (το κοινωνικόν και πολιτικόν καθεστώς). Όταν παρατηρούμεν τέτοιες ανατροπές πρέπει να ξεχωρίζουμε την υλικήν ανατροπήν των οικονομικών όρων της παραγωγής, που πρέπει να την εξετάζουμε επακριβώς με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών, από τις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές, φιλοσοφικές μορφές, με μια λέξη από τις ιδεολογικές μορφές κάτου από τις οποίες οι άνθρωποι παίρνουν συνείδηση της αντιθέσεως αυτής και την σπρώχνουν. Καθώς δεν κρίνουμε ένα άτομο από την ιδέα, που έχει για τον εαυτό του, έτσι δεν πρέπει να κρίνουμε μιαν εποχή από τις ιδέες, που έχουν οι άνθρωποι περί αυτής. Τουναντίον πρέπει να εξηγούμε τις ιδέες αυτές από τις αντιθέσεις της υλικής ζωής, από την σύγκρουση των παραγωγικών της κοινωνίας δυνάμεων προς τας σχέσεις παραγωγής. Ένα κοινωνικό καθεστώς δεν εξαφανίζεται αν δεν αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που πρέπει να χωρέση και ποτέ νέες και ανώτερες σχέσεις παραγωγής δεν παίρνουν τον τόπον τους πριν να δημιουργηθούν μέσα στους κόλπους του παληού κοινωνικού καθεστώτος οι όροι της υλικής ζωής των σχέσεων τούτων. Γι’ αυτό η ανθρωπότης δεν θέτει ποτέ προς λύσιν παρά τα ζητήματα, που μπορεί να λύση, διότι, κυττάζοντας καλλίτερα θα ιδή ότι τα ζητήματα αυτά δεν γεννιώνται παρά όταν οι υλικοί όροι της λύσεώς των υπάρχουν ή έχουν αρχίση να δημιουργούνται. Σε μεγάλες γραμμές, οι τρόποι παραγωγής, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαλικός, ο αστικός, μπορεί να θεωρηθούν σαν εποχαί αναπτύξεως της οικονομικής της κοινωνίας συνθέσεως. Οι αστικές σχέσεις παραγωγής είνε η τελευταία ανταγωνιστική μορφή της εξελίξεως της κοινωνικής παραγωγής, μορφή ανταγωνισμού, που γεννιέται από τους υλικούς όρους της κοινωνικής ζωής των ατόμων. Οι παραγωγικές δυνάμεις, που γεννιώνται μέσα στην αστική κοι- νωνία, δημιουργούν συγχρόνως τους υλικούς όρους της λύσεως του ανταγωνισμού αυτού. Με την κοινωνικήν αυτή διαμόρφωση τελειώνει και η προϊστορία της ανθρωπίνης κοινωνίας".

Τη θεωρία αυτή την υπαινίσσεται ο Μαρξ σε χίλια μέρη του "Κεφαλαίου", όπου λαβαίνει αφορμή να κάμη παρεκβάσεις για διάφορα ζητήματα, θρησκείας, φιλοσοφίας, τεχνικής, φιλολογίας κ.λ.π., αντλώντας από την υπερπλούσια μόρφωσή του.

 

fwsulismos009

(Γιάννης Καβάσιλας, Εργοστάσιο «Ζαφειρόπουλου» - Εγκατάσταση εκφόρτωσης σίτου, 1887)

Εις ανταποκρίσεις του προς το "Βήμα" της Νέας Υόρκης (1851-1852) κάνει σπουδαίες παρατηρήσεις επί της Επαναστάσεως και Αντεπαναστάσεως της Γερμανίας του 1848- 1849 και προσπαθεί να την εξηγήση με την ιστορικοϋλιστική θεωρία, διασαφηνίζοντας με μεγάλη οξυδέρκεια πως τα διάφορα αντιμαχόμενα τότε κόμματα της Γερμανίας αντιπροσωπεύουν συμφέροντα και κοινωνικάς τάξεις.

Εις άλλη δε σειρά άρθρων, που εδημοσίευσε στη "Νέαν Εφημερίδα του Ρήνου" περί των πολιτικών αγώνων στη Γαλλία στα 1848-1850, βρίσκει τον οικονομικό πυρήνα των διαφόρων κομμάτων και τους οικονομικούς λόγους των πολιτικών μεταβολών. Τέλος στο βιβλίον του "Η 18η Ομιχλώδους του Λουδοβίκου Βοναπάρτου" αποδεικνύει πως η ίδρυσις της Δευτέρας Αυτοκρατορίας στη Γαλλία ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικώς οικονομικών αιτιών. Ο Έγκελς έγραψε κάπως συστηματικώτερα επί της θεωρίας, αλλά και αυτός δεν έκαμε ποτέ συστηματική θεωρητική αποδεικτικήν έκθεσιν αυτής.

Για να αναλύσουμε τη θεωρία του ιστορικού υλισμού θα αρχίσουμε από κάποιες γενικώτερες παρατηρήσεις.

Ο άνθρωπος είνε ζώον κοινωνικόν. Ο άνθρωπος είνε εκ των όντων εκείνων, που απαντώνται ζώντα σε κοινωνία. Μονήρης βίος του ανθρώπου δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος μόνος του, ελεύθερος, σε φυσική ζωή, που αποφασίζει ελεύθερα να συμβληθή με τους ομοίους του με ένα συμβόλαιο (Κοινωνικόν Συμβόλαιον) για να φκιάση κοινωνία και έτσι να ζήση είνε μύθος, που τον επίστεψε η επιστήμη στις παραμονές της Γαλλικής Επαναστάσεως (Ρουσσώ: "Το Κοινωνικόν Συμβόλαιον") για να υποστηρίξη, πως υπάρχουν φυσικά δίκαια του ανθρώπου ανεξάρτητα από κάθε κοινωνία, δια την εξασφάλισιν των οποίων συνεβλήθησαν οι άνθρωποι και έφκιασαν κοινωνία, τα οποία ουδέποτε απηλλοτρίωσαν, που δίνουν δικαίωμα εις τον καθένα να τα απαιτήση από την κοινωνία, που δικαιολογούν και την επανάσταση εναντίον του καθεστώτος, όταν το κοινωνικό αυτό καθεστώς δεν εξασφαλίζη εις τα άτομα τα φυσικά αυτά δικαιώματα της ελευθερίας, της ιδιοκτησίας, της ισότητος, καθώς έλεγαν τότε οι φιλόσοφοι της αστικής Επαναστάσεως της Γαλλίας (1789). Η επιστήμη απέδειξεν ότι ο άνθρωπος είνε φύσει κοινωνικός. Και όχι μόνον ο άνθρωπος, αλλά και όλα σχεδόν τα ανώτερα θηλαστικά, οι πίθηκοι, οι πιθηκάνθρωποι, οι άμεσοι πρόγονοι του ανθρώπου, εις την κλίμακα της εξελίξεως των όντων.

Η κοινωνία αυτή δεν είνε μία απλή ομαδική ζωή, αλλ’ όσο πάει από τα ατελέστερα ζώα εις τα τελειότερα, η κοινωνία παίρνει τη μορφή ανταλλαγής υπηρεσιών, συνεργασίας, καταμερισμού των έργων. Ως και εις του πιθήκους ακόμη παρατηρείται κάπως τούτο. Πολύ περισσότερο στον άνθρωπο, που έχει ανάγκη της συμβιώσεως, διότι η βρεφική ηλικία του ανθρωπίνου παιδιού είνε μεγάλη, και της συνεργασίας έχει επίσης ανάγκη. Οι άγριοι άνθρωποι της σήμερον, που μας δίνουν μιαν ιδέα τι ήταν ο άνθρωπος στην πρωτόγονη εποχή του, πριν του πολιτισμού, παρουσιάζουν αυτή τη συνεργασία, η οποία τόσο περισσότερο γίνεται συνειδητή όσο αναπτύσσεται η σκέψις, εμφανίζεται η γλώσσα, ο έναρθρος λόγος, μονιμοποιείται η οικογένεια, βρίσκεται η φωτιά, εφευρίσκονται τα εργαλεία, τα πρώτα μέσα παραγωγής, αυξάνονται αι ανάγκαι της ζωής, χρησιμοποιείται περισσότερον η ανθρωπίνη θέλησις για να υποτάξη τον εξωτερικό κόσμο. Ο άνθρωπος δεν αρκείται εις ό,τι του προσφέρει ακόπως η φύσις, χόρτα, μικρά ζώα, ως που κοντά στο κυνήγι, δαμάζει και ημερώνει ζώα και αρχίζει η κτηνοτροφία και σιγά-σιγά η γεωργία, και εκείθεν τέχνες, εμπόριον, πολιτισμός.

Έτσι η κοινωνία, ο κοινωνικός βίος του ανθρώπου παρουσιάζει κάποια φαινόμενα, που δεν είνε ατομικά, της ατομικής ζωής του ανθρώπου, αλλά φαινόμενα κοινωνικά, που ξεχωριστό τους χαρακτηριστικό είνε, που είνε φαινόμενα γενικά, αναγκαία εις την κοινωνικήν ζωήν του ανθρώπου και ανύπαρκτα για τον άνθρωπον αν δεν ζη σε κοινωνία. Τα φαινόμενα αυτά είνε τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής του ανθρώπου. Η αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση των ανθρώπων, που ζουν από κοινού σε μια κοινωνία (κοινότητα), δημιουργούν αυτά σα φαινόμενα. Τα φαινόμενα αυτά είνε διάφορα. Το οικονομικόν, ήτοι το φαινόμενον της ικανοποιήσεως των αναγκών του κοινωνικού ανθρώπου· το ηθικόν, του καλού και του κακού· το νομικόν, ήτοι το φαινόμενον της υπό της κοινωνίας αναγνωρίσεως ποινών και απαγορεύσεως ωρισμένων πράξεων· το πολιτικόν, ήτοι το φαινόμενον της υπό της κοινωνίας αναγνωρίσεως μιας διευθυνούσης εξουσίας επί των μελών της· το ερωτικόν φαινόμενον (γάμοι οικογένεια)· το αισθητικόν (καλαί τέχναι, αισθητικαί ανάγκαι του ανθρώπου)· το θρησκευτικόν (μεταφυσικαί ανάγκαι του ανθρώπου)· το φιλοσοφικόν (η ανάγκη της φιλοσοφίας) και άλλα. Η εμφάνιση των φαινομένων αυτών δεν είνε στάσιμη· κατά εποχάς παρουσιάζουν ταύτα διαφόρους μορφάς και εξέλιξη.

Τα φαινόμενα αυτά δεν είνε βέβαια ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Το ένα αναμφιβόλως επηρεάζει το άλλο. Το οικονομικό φαινόμενο επηρεάζει το ηθικό, το πολιτικό, τούτο τα άλλα και ούτω καθεξής· εις δε την εξέλιξή των η μεταβολή ενός επηρεάζει και τα άλλα.

Εις το σημείον τούτο ο Μαρξ έθεσε το ερώτημα: Ποίον των φαινομένων τούτων είνε το πλέον θεμελιώδες, ποίον ενεργεί ως αιτία εις την εμφάνισιν των άλλων; Εις την εποχή του δύο κυρίως θεωρίαι υπήρχαν επί τούτου. Η θεωρία ότι το θεμελιώδες φαινόμενον, που καθορίζει τα άλλα είνε το θρησκευτικόν και η θεωρία ότι το θεμελιώδες φαινόμενον είνε το φιλοσοφικόν. Η δευτέρα θεωρία, υποστηριζομένη τότε από τους φιλοσόφους, τον Γάλλον Αύγουστον Κοντ και τον Άγγλον Μιλλ, παρεδέχετο ότι αι γνώσεις του ανθρώπου, το ποιόν και η έκτασις αυτών, αι επιστήμαι, η κατάκτησις φιλοσοφικών αληθειών, αυτά κανονίζουν και τα άλλα φαινόμενα. Ο Μαρξ τουναντίον παραδέχεται, πως η βάσις και το θεμελιώδες κοινωνικόν φαινόμενο είνε το οικονομικόν.

Αυτό αποτελεί τον σκελετόν της κοινωνίας· όλα τα άλλα είναι υπερσκελετός.

Τουλάχιστον δια το αστικόν καθεστώς της σήμερον τούτο είνε αναμφισβήτητον και ο Μαρξ το απέδειξε σαφέστατα εις τα βιβλία, που αναφέραμε παραπάνου. Αλλά η σπουδαιοτέρα άποψις της Μαρξικής θεωρίας είνε η δυναμική κατά την οποίαν: Η εξέλιξις και η μορφή όλων των άλλων φαινομένων, η συνολική εμφάνισις των οποίων αποτελεί την ιστορικήν εξέλιξιν των εθνών, είνε αποτέλεσμα της εξελίξεως και των μεταβολών του οικονομικού φαινομένου, ακόμη δε περισσότερον, όχι των μεταλλαγών της εικόνος, που παρουσιάζει το οικονομικόν φαινόμενον, αλλά της μεταβολής των τεχνικών όρων (καθαρώς υλικών) της οικονομικής δράσεως και της ένεκα των τεχνικών τούτων μεταβολών, μεταβολής των κοινωνικών σχέσεων της παραγωγής του πλούτου. Αυτή είνε η θεωρία του ιστορικού υλισμού. Και ήδη προχωρούμεν εις την καθ’ εαυτό ανάλυσιν αυτής.

Το οικονομικόν φαινόμενον είνε το απλούστερον όλων των κοινωνικών φαινομένων. Είνε το πρωτογενές φαινόμενον της κοινωνίας, της συνεργασίας δηλ. του πληθυσμού με την φύσιν προς ικανοποίησιν των αναγκών του πληθυσμού. Και ως τοιούτον έχει την απλούστερην εμφάνισίν του εις την παραγωγήν. Η ανταλλαγή υπηρεσιών, η κυκλοφορία των παραγομένων αγαθών είνε φανερόν, πως είνε δευτερόγονον οικονομικόν φαινόμενον και δεν μπορεί να εξηγήση το πρώτο, της παραγωγής.

Η παραγωγή, η ομαδική ζήτηση των μέσων της ικανοποιήσεως των αναγκών, η απλούστερη αυτή οικονομική ενέργεια, η συνεργασία ανθρώπου και φύσεως είνε σύμφυτη με την ύπαρξη του κοινωνικού ανθρώπου. Όχι μόνον ο άνθρωπος αλλά και τα ζώα την ξέρουν. Ζώα βόσκουν από κοινού, τα ανώτερα μάλιστα θηλαστικά μόνον από κοινού βόσκουν. Τι είνε εκείνο όμως, που ώθησε τον άνθρωπο από την κοινή ζήτηση εις την ιδέα της ενσυνειδήτου συνεργασίας της παραγωγής, της ανταλλαγής υπηρεσιών, της κυκλοφορίας των αγαθών; Ο Μαρξ απαντά: οι τεχνικοί όροι της παραγωγής. Τι είνε αυτοί οι τεχνικοί όροι της παραγωγής;

Ο άνθρωπος είνε, καθώς λέγει και εις το "Κεφάλαιον" ο Μαρξ, ζώον, που παράγει εργαλεία. Κατά τούτο διαφέρει από τα κατώτερά του ζώα, που δεν ημπόρεσαν να επιβάλλουν τη θέλησή των, με τεχνικά μέσα, επάνω στη φύση και είνε πάντοτε υπόδουλα εις αυτήν. Τα πρώτα όπλα, τα πρώτα εργαλεία είνε οι πρώτες τεχνικές συνθήκες (όροι) της παραγωγής. Εις τους φυσικούς λοιπόν συντελεστάς της παραγωγής: φύσιν, άνθρωπον, μπαίνει και τεχνικός όρος, τα εργαλεία, τα τεχνικά μέσα. Εις την πρωτόγονον και ζωώδη εποχήν ο άνθρωπος ζη εις ένα είδος αυτομάτου, πρωτογόνου, φυσικού κομμουνισμού. Όλα είνε κοινά. Καθώς η φύσις, έτσι και τα πρώτα όπλα, τα πρώτα εργαλεία είνε κοινά. Ακόμη οι γυναίκες και τα παιδιά είνε κοινά. Τα πρώτα τεχνικά μέσα, κυρίως πολεμικά όπλα, ευνοούν μονάχα το κυνήγι. Η γεωργία δεν έχει ακόμη ευρεθή. Οι άνθρωποι συλλέγουν ό,τι δίδει η φύσις μόνη της, καλλιέργεια δεν υπάρχει. Η πρόοδος από την θηρευτικήν περίοδον εις την κτηνοτροφικήν είνε αποτέλεσμα των τεχνικών συνθηκών, που επέτρεψαν περισσότερα τεχνικά μέσα στον άνθρωπο για την τροφή του, για την κατοικία του. Σιγά-σιγά μονιμοποιείται ο άνθρωπος σε ωρισμένα μέρη και από τον νομαδικόν βίον του κυνηγιού αναπτύσσεται η κτηνοτροφία, ο μόνιμος βίος, η γεωργία.

Έκτοτε η όψις του κόσμου αλλάζει. Οι θεοί, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις παίρνουν άλλη μορφή. Δεν είνε πλέον η φύσις, ο ήλιος, η σελήνη, οι θεοί του κόσμου, αλλά θεοί γίνονται κάτι αμεσώτερο. Εμφανίζονται οι άνθρωποι που ξέρουν να διακρίνουν τα καλά φυτά από τα κακά, οι τάφοι των πεθαμένων είνε ιεροί, γεννάται η ιδέα της αθανασίας της προσωπικότητος και έτσι η θρησκεία παίρνει νεώτερη μορφή και το ιερατείον διαμορφώνεται. Η καλλιέργεια, οι τεχνικοί όροι της, γεννούν τη συνεργασία, δημιουργούν το μόνιμο βίο, την ανάπτυξη της ομαδικής συνειδήσεως, την ιδέαν της ολότητος.

Εξ αυτού γεννιέται το πολιτικόν φαινόμενον, το νομικόν και τα άλλα. Ο πρωτόγονος κομμουνισμός είνε πια ακατάλληλος για τον καταμερισμό των έργων, που αρχίζει, η ιδέα της ιδιοκτησίας είνε αναγκαία συνέπεια της καλλιεργείας ωρισμένου τεμαχίου γης.

Οι σχέσεις της παραγωγής, η ατομική τώρα παραγωγή (εις τη γεωργία), πράγμα που ήταν αδύνατο εις την εποχή του ομαδικού κυνηγιού, καθορίζονται πλέον από την κατοχή των εργαλείων γης και του σπόρου της. Όλοι μπορούν σιγά-σιγά να είνε ιδιοκτήται κομματιού γης. Ο κομμουνισμός της γης εξακολουθεί ακόμη λίγο σαν παράδοση, αλλ’ είνε αδύνατον να εξακολουθήση πολύ. Αλλ’ η γεωργία θέλει βαρειά δουλειά. Έτσι ο άνδρας δεν προσέχει πλέον τα παιδιά. Η γυναίκα αφήνεται στο σπήτι. Κάθε άνδρας έχει μία ή περισσότερες γυναίκες, αλλ’ ο κομμουνισμός των γυναικών και η ισότης των εις την κοινωνία παύει. Η γυναίκα υποδουλώνεται εις τον άνδρα. Η οικογένεια δημιουργείται, η πρώην κοινογαμία παύει. Επί πλέον η γεωργία θέλει ασφάλεια και ησυχία. Έτσι φανερώνονται οι πολεμισταί και οι γεωργοί, οι τάξεις, η τάξη, που δεν δουλεύει και άρχει και η τάξη, που δουλεύει, πράγμα, που εις την οικονομική περίοδο του κυνηγιού είνε σχεδόν περιττό. Αλλ’ η γεωργία δίνει πλούτο, συνδυασμένη μάλιστα με φροντισμένη κτηνοτροφία, οι γεωργοί γίνονται ευπορώτεροι από τους πολεμιστάς και διοικούν αυτοί. Οι πολεμιστές είνε άνθρωποί τους και πρώτα απ’ όλους ο βασιλεύς, ο πρώτος πολεμιστής.

Εις τα τεχνικά μέσα της γεωργίας ένα άλλο προστίθεται τώρα. Μέσο χρήσιμο για την εποχή εκείνη της αναπτύξεως της γεωργίας, σε εποχή ειρηνική και αυξήσεως του πληθυσμού. Το νέο τούτο μέσο, είδος μηχανήματος για την εποχή εκείνη, είνε οι σκλάβοι, που τους προμηθεύει ο πόλεμος και οι περιπέτειες της ανισότητος της ιδιοκτησίας της γης. Ο σκλάβος δεν ζη σαν άνθρωπος. Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι τον ονομάζουν πράγμα (Λατινικά res), δεν τον αναγνωρίζουν ως πρόσωπον, πολύ δε ολιγώτερον ως πολίτην. Αναφέροντας την περιουσίαν των πλουσίων, λέγουν τόσα κτήματα και τόσοι δούλοι, τους θεωρούν πράγμα, τεχνικόν μέσον παραγωγής.

Η χρησιμοποίησή του ως μηχάνημα, ο οικονομικός του ρόλος εις την κοινωνία τού αφαιρεί φυσικά κάθε νομική και πολιτική υπόσταση. Ο σκλάβος ούτε να αγοράση μπορεί, ούτε να πουλήσει, ούτε να νυμφευθή. Κάθε νομική του πράξη γίνεται μέσον του αφέντη του.

Ο ρόλος του νέου αυτού οικονομικού μέσου εστάθηκε σημαντικός. Η δουλειά των σκλάβων επάνω στα χωράφια του αφέντη αύξησε την παραγωγή, τα προϊόντα επερίσεψαν και το εμπόριον, ήτοι η ανταλλαγή προϊόντων μεταξύ διαφόρων τόπων και διαφόρων ατόμων, αύξησε. Η αλλαγή αυτή έφερε μία νέα τάξη, πλην των αφεντάδων και των δούλων, την τάξη των εμπόρων και βοήθησε την ανάπτυξη των πόλεων, που ήταν (οι αγορές) το πεδίον δράσεως του εμπορικού στοιχείου. Έτσι η αύξησις του εμπορίου, η επικοινωνία με τον άλλο κόσμο, η εφεύρεσις άλλων τεχνικών μέσων έφεραν τις τέχνες, τους τεχνίτες, τη βιοτεχνία.

Αλλά καθώς οι σκλάβοι αύξησαν την γεωργική παραγωγή της γης, έτσι οι τέχνες αύξησαν την τεχνική παραγωγή και το εμπόριο, σε βαθμό μάλιστα που όλη η ζωή των εθνών εσυγκεντρώθηκε στις πόλεις. Οι αφεντάδες των χωριών χάνοντας την οικονομική των σημασία, που την ξεπερνούσε το εμπόριο και οι τέχνες, και έκαναν να επικρατούν οι έμποροι και οι τεχνίτες, μαστόροι, καλφάδες, βιοτέχνες, έχασαν και την πολιτική τους σημασία. Η σκλαβιά των χωριών ξεπέφτει, οι σκλάβοι φεύγοντας από τη σκλαβιά του αγρότη αφέντη δουλεύουν στις πόλεις, σε τέχνες. Αυτό το οικονομικό συμφέρο της κοινωνίας, που το αντιπροσώπευε τότε καλλίτερα η τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών επέβαλε την ελευθέρωση των δούλων της γης. Έτσι εγεννήθηκε πάλι η μικρή ιδιοχτησία της γης και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες έχασαν τη θέση τους. Εις την κοινωνίαν των μεγάλων γαιοκτημόνων στα χωριά, που έχαναν όλη μέρα τη θέση τους και τη σημασία τους, και των βιοτεχνών και εμπόρων και πλοιοκτητών, σιγά-σιγά στας πόλεις, νέα τεχνική μεταβολή των όρων της παραγωγής, η ανακάλυψη του ατμού, έφερε νέα επανάσταση.

Εις τα κυριώτερα επαγγέλματα τα μικρά μαγαζειά των μαστόρων σιγά-σιγά εξαφανίστηκαν μπροστά εις τα μεγάλα βιομηχανικά εργοστάσια. Η παραγωγή αυξήθηκε τεράστια με τις νέες μηχανές. Το εμπόριον επήρε νέες διαστάσεις, από τους μικρούς εμπόρους εβγήκαν οι μεγάλοι, όσοι είχαν πολλά χρήματα να εμπορευθούν. Ο οικονομικός και εμπορικός συναγωνισμός άρχισε. Έτσι εγεννήθηκε το προλεταριάτο αφ’ ενός, βγαλμένο από τους αδύνατους πλέον να συναγωνισθούν βιοτέχνες, μαστόρους, μικροεμπόρους και τα παιδιά των και απογόνους των και η τρίτη τάξη των αστών αφ’ ετέρου, των βιομηχάνων δηλαδή, των μεγάλων εμπόρων, των εφοπλιστών, των ανθρώπων του χρήματος και των μέσων της παραγωγής, των ανθρώπων του πλούτου, των πλουτοκρατών.

Έτσι η κοινωνία από κοινωνία με σκλάβους και γαιοκτήμονας, έγεινε κυρίως με αγρότες μικροϊδιοκτήτες και βιοτέχνες των πόλεων, δια να γείνη κοινωνία με αστούς, προλεταρίους και μέση τάξη μικροϊδιοκτητών, μικροαστών χωρίων και πόλεων. Αυτή είνε η εξέλιξη της ιστορίας. Καθώς βλέπουμε, οι τεχνικοί όροι της παραγωγής καθορίζουν τη μορφή της κοινωνίας εις τα διάφορα στάδια της εξελίξεώς της. Από τον αρχαίο κομμουνισμό, όπου το είδος των τεχνικών μέσων, όπλων, εργαλείων, χαρακτηρίζει την κάθε περίοδόν του (λιθίνη περίοδος όπου τα εργαλεία είναι πέτρινα, απλά και πρωτογενή, εποχή του σιδήρου, του χαλκού κλπ.) εις την βαρβαρικήν εποχήν της ατομικής ιδιοκτησίας και απ’ αυτήν εις την εποχήν της δουλείας (δουλική οικονομία) της αρχαίας Ελλάδος και Ρώμης. Εκείθεν η εποχή των μεγάλων γαιοκτημόνων και των τεχνιτών εις τας πόλεις (Μεσαίων) και μετ’ αυτήν η εποχή του ατμού, του μεγάλου εμπορίου και της βιομηχανίας (νεώτεροι χρόνοι).

 

fwsulismos010

(Σπύρος Κουρσάρης: Το πέρασμα)

Η σημερινή εποχή είνε η εποχή της αυξήσεως του προλεταριάτου, της συγκεντρώσεως των μέσων της παραγωγής και της ανταλλαγής εις ολίγα χέρια των μεγάλων αστών, που με τα πλούτη των έχουν δεμένους εις την εξάρτησίν των και τους προλεταρίους, και τους αγρότας και τους μικρούς αστούς.

Καθώς είδαμε, λοιπόν, οι τεχνικοί όροι της παραγωγής καθορίζουν και τις σχέσεις της παραγωγής, τις νομικές σχέσεις της κατοχής των παραγωγικών μέσων, τις σχέσεις ιδιοκτησίας.

Η ανυπαρξία τεχνικών μέσων, ή η ύπαρξις μέσων απλουστάτων παρουσιάζει τον κομμουνισμό στις σχέσεις επί των παραγωγικών μέσων, τον αρχαίο, πρωτόγονο και φυσικό κομμουνισμό. Οι μεταβολές επί των τεχνικών μέσων, η ειδικευμένη κατασκευή τεχνικών μέσων και ειδικών μέσων παραγωγής (καλλιεργουμένων παραγωγικών εκτάσεων), φέρνει την ατομική ιδιοκτησία. Όσον τα μέσα είνε απλά οι σχέσεις της ιδιοκτησίας είνε μικρής αντιθέσεως και απλές, αλλ’ η εμφάνιση των βιοτεχνιών, φέρνοντας την ανταλλαγή, δημιουργεί μεγάλες αντιθέσεις και τις κάνει πολυπλοκώτερες, ως που η εμφάνισις του ατμού και της μεγάλης βιομηχανίας εγκαθιστά σχέσεις πολύ πολύπλοκες και κάνει την κοινωνία να χάση τον παλιό πατριαρχικό της βίο και να μπη στον δαίδαλο του νεωτέρου καπιταλιστικού πολιτισμού, με το πολύπλοκο σύστημα σχέσεων παραγωγής, ανταλλαγής προϊόντων και κυκλοφορίας των.

Καθώς ο Χέγκελ, μελετώντας τα συστήματα των ιδεών παρετήρησεν ότι εις κάθε σύστημα ιδεών γεννιέται νέα ιδέα, αντίθετη της προηγουμένης και εξ αυτής της αντιθέσεως της θέσεως δημιουργείται νέα σύνθεσις, εις την οποίαν νέα αντίθεσις γεννάται και δίνει αφορμήν εις νέαν σύνθεσιν, έτσι και ο Μαρξ χρησιμοποιώντας την διαλεκτικήν αυτήν μέθοδον είδεν ότι εις την θέσιν του τεχνικού συστήματος της παραγωγής αναπτύσσεται εξ αυτής της προόδου της παραγωγής, εξ αυτής της αναπτύξεώς της, εξ αυτής της προσαρμογής της τεχνικής καταστάσεως προς την φύσιν, ανεξαρτήτως ανθρωπίνου προδιαγεγραμμένου σχεδίου, νέα αντίθεσις, εκ της οποίας δημιουργείται νέα σύνθεσις τεχνικών όρων προκαλούσα νέαν σύνθεσιν σχέσεων παραγωγής, σχέσεων κοινωνικών, εντός του οποίου αναπτύσσεται νέον τοιούτον, και ούτω καθ’ εξής, καθορίζον εκάστοτε εκ της μεταβολής των υλιστικών όρων της παραγωγής την μορφήν της κοινωνίας και τας ιστορικάς περιπετείας των εθνών.

Εις τούτο έγκειται η φιλοσοφία του Μαρξ επί της ιστορίας, φιλοσοφία υλιστική, οικονομική εστερημένη του ιδεαλισμού των άλλων φιλοσοφικών συστημάτων, που δεν εβασίζοντο εις την στερεάν υλικήν βάσιν εις την οποίαν βασίζεται η Μαρξική φιλοσοφία.

Από την εξέλιξιν αυτή των τεχνικών όρων της παραγωγής και των παραγωγικών σχέσεων παίρνει εκάστοτε το σχήμα του το οικονομικόν φαινόμενον της κοινωνίας, το πολύπλοκον σύμπλεγμα των σχέσεων της παραγωγής, της κυκλοφορίας, της διανομής, της καταναλώσεως των προϊόντων, το οποίον σύμπλεγμα αποτελεί τον "σκελετόν" ως είδαμε παραπάνω, της κοινωνικής συνθέσεως, το βασικόν υπόστρωμα απάνου στο οποίον βασίζονται κοινωνικαί και πολιτικαί σχέσεις και δυνάμεις μέσα εις την κοινωνία φιλοσοφικαί και πνευματικαί, ιδεολογίαι και πεποιθήσεις.

Από τας σχέσεις αυτάς της παραγωγής, δημιουργούνται αι κοινωνικαί τάξεις, ήτοι κοινωνικαί ομάδες ατόμων, με κοινά συμφέροντα, κοινήν ιδεολογίαν, κοινόν οικονομικόν ρόλον εις την κοινωνίαν. Αι αντιθέσεις αυταί των τάξεων παριστάνουν τας αντιθέσεις που γεννά η εξέλιξις των τεχνικών όρων της παραγωγής και των παραγωγικών σχέσεων. Εις τον πρωτόγονον κομμουνισμόν, καθώς είδαμε, διά λόγους οικονομικούς δεν υπάρχουν κοινωνικαί τάξεις. Με την εμφάνισιν της ατομικής ιδιοκτησίας διαφοροποιείται η κοινωνία εις τάξεις. Αι τάξεις αυταί μπαίνουν σε μίαν αντίθεση, και καθώς εξελίσσονται αι σχέσεις παραγωγής, συγκρούονται μεταξύ των διαμφισβητώντας η μία εις την άλλη την υπεροχή εις την κοινωνική σύνθεση. Αλλά καθώς είδαμεν επίσης, την υπεροχή την καθορίζει η σπουδαιότης της οικονομικής σημασίας και του οικονομικού ρόλου των αγωνιζομένων τάξεων.

Εις την αρχαίαν Ασίαν η σπουδαιότης του οικονομικού ρόλου των γαιοκτημόνων δίδει το ιστορικόν σχήμα του Ανατολικού δεσποτισμού εις την ήπειρον εκείνην. Η σύγκρουσις των γαιοκτημόνων με τους στρατιωτικούς, που εξασφαλίζουν την παραγωγή από τους εχθρούς, δίδει την υπεροχή εις τους πρώτους ή δευτέρους αναλόγως της πολεμικής ή ειρηνικής περιόδου, που περνάει ο τόπος. Η ύπαρξις ολίγων ή πολλών γαιοκτημόνων δίδει την μορφήν του απολύτου ή συγκερασμένου δεσποτισμού.

Εις την αρχαίαν Ελλάδα η μοναρχική περίοδος παύει, όταν ένεκα της φυσικής γεωγραφικής θέσεως της χώρας το εμπόριον παίζει ρόλον τέτοιον, ώστε αντί μοναρχίας να παρουσιάζεται η πολιτική μορφή της Δημοκρατίας των Ελληνίδων πόλεων, δημοκρατίας των ελευθέρων πολιτών, δημοκρατίας μεταξύ των, μοναρχίας όμως ομαδικής, ολιγαρχίας απέναντι των δούλων.

Εις τον Μεσαίωνα οι γαιοκτήμονες φεουδάρχαι παίζουν τον κύριον ρόλον· την εξουσίαν των την αμφισβητούν οι τεχνίται των πόλεων, οι έμποροι, που ο οικονομικός ρόλος των, καθώς είπαμεν ανωτέρω, γίνεται ο σημαντικώτερος εις την κοινωνία και η σύγκρουσις με την φεουδαρχική τάξη γίνεται επαναστατική (Αγγλική Επανάσταση, 17ος αιών, Γαλλική Επανάσταση, 18ος αιών) και οι αστοί επικρατούν.

Η επικράτησίς των γεννά μέσα της την αντίθεσή της, διότι η μεταβολή των τεχνικών όρων, ο ατμός, δημιουργεί τα μεγάλα εργοστάσια, την μεγάλη βιομηχανία, το προλεταριάτο, που έρχεται σε σύγκρουση με τους αστούς. Η οικονομική σημασία του προλεταριάτου για την κοινωνία θα φέρη και την επικράτησή του με μίαν επανάσταση (την Κομμουνιστική Επανάσταση), που θα φέρει τον Οργανωμένο Κομμουνισμό, αντί των σχέσεων της ατομικής ιδιοκτησίας, που υπάρχουν τώρα.

Έτσι η αντίθεση αυτή και σύγκρουση των τάξεων δίνει το ιστορικό σχήμα της κοινωνίας σε κάθε ιστορική περίοδο. Έτσι, καθώς λέγει και το "Κομμουνιστικό Μανιφέστο", η ιστορία των κοινωνιών είνε ιστορία της πάλης των κοινωνικών τάξεων.

Η ανάπτυξις των τεχνικών όρων της παραγωγής καθορίζει όθεν την εξέλιξη των σχέσεων παραγωγής, εξ ων διαμορφούται και καθορίζεται η ανάπτυξις και εξέλιξις των κοινωνικών τάξεων. Από τη θέση των μεταξύ των εις την κοινωνία, και τη συσχέτησή των και σύγκρουσή των παίρνει τη μορφή της κάθε ιστορική περίοδος. Το ρόλο κάθε κοινωνικής τάξεως δεν καθορίζουν ούτε θρησκευτικαί πίστεις, ούτε φιλοσοφικές πεποιθήσεις, ούτε επιστημονικές γνώσεις, ούτε η γεωγραφική κατάστασις του τόπου, που ενώ αυτή δεν αλλάζει από αιώνες, όμως αι τάξεις αλλάζουν μορφή και ρόλο, ούτε πολιτικοί ή πνευματικοί ήρωες καθώς επίστευαν άλλαι φιλοσοφικαί σχολαί, αλλά η οικονομική σημασία και αποστολή κάθε τάξεως. Αυτό είναι η υλιστική θεωρία της ιστορίας του Μαρξ.

Η οικονομική αποστολή κάθε κοινωνικής τάξεως είνε ιστορική αποστολή. Η φεουδαρχική τάξη έπαιξεν έναν ιστορικό ρόλο και η ιστορική της αποστολή ετελείωσε με την ανάπτυξη του νεωτέρου εμποροβιομηχανικού πολιτισμού. Η αστική τάξη έπαιξε ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο ιστορικό ρόλο μέσα στον νεώτερον αυτό πολιτισμό, αλλ’ η σημασία της νέας τάξεως του προλεταριάτου, ξεπερνώντας την οικονομικήν αποστολή της αστικής τάξεως μέσα εις τον νέον πολιτισμό, που δημιουργείται μέσα εις την αστική τάξη, δημιουργεί την ιστορική αποστολή του προλεταριάτου, απάνου στο οποίον βασίζεται η διαμόρφωσις του μέλλοντος πολιτισμού της ανθρωπίνης κοινωνίας.

Ιδού πως περιγράφει ο ίδιος ο Μαρξ την ιστορική αυτή διαλεκτική πράξη μέσα εις την κοινωνία, εις το "Κομμουνιστικό Μανιφέστο":

"2. Όλη η ιστορία της ανθρωπίνης κοινωνίας έως σήμερα είνε μία ιστορία πάλης τάξεων. Ελεύθεροι και σκλάβοι, πατρίκιοι και πληβείοι, βαρώνοι και δουλοπάροικοι, μαστόροι και καλφάδες -με μία λέξη καταπιεσταί και καταπιεζόμενοι, ορμώντας ο ένας κατά του άλλου μέσα σε μιαν αδιάκοπη σύγκρουση, διεξάγουν μια πάλη πότε σκεπασμένη πότε φανερή· μια πάλη που πάντοτε κατέληξε είτε σε μιαν επαναστατικήν ανατροπή ολόκληρης της κοινωνίας, είτε στην καταστροφή των δύο συγκρουομένων τάξεων.

Στις περασμένες εποχές της ιστορίας, βλέπουμε σχεδόν παντού την κοινωνία να παρουσιάζει μια πολύπλοκη οργάνωση με ξεχωριστές τάξεις και βρίσκουμε μια ιεραρχία των διαφόρων κοινωνικών τάξεων. Στην αρχαία Ρώμη έχουμε τους πατρικίους, τους ιππείς, τους πληβείους, τους σκλάβους· στο μεσαίωνα τους κυρίους, τους άρχοντες, τους μαστόρους, τους καλφάδες, τους δουλοπαροίκους και σχεδόν καθεμιά απ’ αυτές τις τάξεις έχει μια ιδιαίτερη εσωτερική ιεραρχία.

3. Η νεώτερη κοινωνία, η αστική κοινωνία, που γεννήθηκε από το πέσιμο της φεουδαρχικής κοινωνίας, δεν κατάργησε τους ανταγωνισμούς των τάξεων. Έφερε μόνο στη θέση των παλιών, νέες τάξεις, νέους τρόπους καταπιέσεως, νέες μορφές πάλης.

Η εποχή μας, η εποχή της αστικής τάξεως, έχει μολαταύτα ένα ξεχωριστό γνώρισμα: έχει απλοποιήσει τους ανταγωνισμούς των τάξεων. Ολοένα η κοινωνία ολόκληρη διαιρείται σε δύο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα, σε δυο μεγάλες τάξεις κατ’ ευθείαν αντιμέτωπες: την αστική τάξη και το προλεταριάτο.

Οι δουλοπάροικοι του μεσαίωνος εγέννησαν τους αστούς των πρώτων κοινοτήτων· απ’ αυτήν την αστική τάξη των κοινοτήτων αναπτύχθηκαν τα πρώτα σπέρματα της νεώτερης αστικής τάξεως.

Η ανακάλυψη της Αμερικής, ο περίπλους της Αφρικής, εδόσανε νέο έδαφος στην αστική τάξη που γεννιότανε. Η αγορά των ανατολικών Ινδιών και της Κίνας, η κατάληψη της Αμερικής, οι εμπορικές σχέσεις με τις αποικίες, ο πολλαπλασιασμός των μέσων της ανταλλαγής και γενικώς των εμπορευμάτων εδόσανε στο εμπόριο, στη ναυτιλία, στη βιομηχανία, μια ώθηση άγνωστη έως τότε και συγχρόνως εγληγορέψανε την ανάπτυξη του επαναστατικού στοιχείου, που υπήρχε μέσα στην καρδιά της φεουδαρχικής κοινωνίας, η οποία γκρεμιζότανε.

4. Από τη στιγμή αυτή, ο φεουδαλικός ή συντεχνιακός τρόπος της βιομηχανίας δεν επαρκούσε πια τις ανάγκες, που ολοένα μεγάλωναν μαζί με το άνοιγμα νέων αγορών. Η χειροτεχνία αρχίζει τώρα το ρόλο της. Οι συντεχνιάρχες παραμερίστηκαν από τη μεσαία βιομηχανική τάξη, και, αντί της κατανομής της εργασίας μεταξύ των διαφόρων συντεχνιών, ήρθε η κατανομή της εργασίας μέσα στο ίδιο εργαστήρι.

Οι αγορές όμως δεν έπαψαν να μεγαλώνουν, οι ανάγκες δεν έπαψαν να αυξάνουν. Είταν η σειρά της χειροτεχνίας να γίνει ανεπαρκής. Τότε ο ατμός και οι μηχανές ήρθαν να επαναστατήσουν τη βιομηχανική παραγωγή. Η χειροτεχνία άφησε τη θέση της στη μεγάλη νεώτερη βιομηχανία· οι μικροαστοί βιομήχανοι υποχώρησαν μπροστά στους εκατομμυριούχους της βιομηχανίας, μπροστά στους αρχηγούς των αληθινών βιομηχανικών στρατών, μπροστά στους νεώτερους αστούς.

Η ανακάλυψη της Αμερικής είχε κάμει δυνατή την παγκόσμια αγορά· η μεγάλη βιομηχανία την επραγματοποίησε. Η παγκόσμια αγορά υπήρξε για το εμπόριο, για τη ναυτιλία, για τους δρόμους συγκοινωνίας διά ξηράς, ο συντελεστής μιας τεραστίας αναπτύξεως, η οποία επέδρασε και στην αύξηση της βιομηχανίας και κάθε νέα αύξηση της βιομηχανίας, του εμπορίου, της ναυτιλίας, των σιδηροδρομικών γραμμών, σημείωνε ένα βήμα προς τα εμπρός της αστικής τάξεως, η οποία πολλαπλασίαζε ολοένα τα κεφάλαιά της κι έσπρωχνε μακρυά, προς τα πίσω, όλες τις άλλες κοινωνικές τάξεις, που είταν κατακάθισμα και κληροδότημα του μεσαίωνος.

 

fwsulismos011

(Γιάννης Καβάσιλας: Κυλινδρόμυλος - Μακαρονοποιείο «Ζαφειρόπουλου», 1881)

5. Βλέπουμε λοιπόν, πως η νεώτερη αστική τάξη είνε προϊόν μιας μακράς εξελίξεως, μιας ολόκληρης σειράς επαναστάσεων στους τρόπους της παραγωγής και στα μέσα της συγκοινωνίας.

6. Ο ρόλος της αστικής τάξεως, στην ιστορία υπήρξε από τους πιο επαναστατικούς. Παντού όπου η αστική τάξη κατέλαβε την εξουσία, εγκρέμισε όλους τους φεουδαλικούς, πατριαρχικούς, ειδυλλιακούς όρους της κοινωνικής ζωής. Έσπασε χωρίς οίκτο τα διάφορα φεουδαλικά δεσμά, που έδεναν τον κάθε άνθρωπο κάτω από τους άλλους, που έτυχε να γεννηθούν ψηλότερα απ’ αυτόν, και δεν άφισε άλλο δεσμό μεταξύ των ανθρώπων παρά το γυμνό συμφέρον, στο οποίο το αίσθημα δεν έχει κανένα μέρος, και τη δοσοληψία της πληρωμής. Μέσα στο παγομένο κύμα του υπολογιστικού εγωισμού, έπνιξε και την ιερή φρικίαση της ευσεβείας, την ιπποτικήν ορμή και τη μικροαστική αισθηματικότητα. Μετέτρεψε σε ανταλλακτικές αξίες την τιμή και την αξιοπρέπεια, και στη θέση όλων των ελευθεριών, που είχαν άλλοτε επιδιωχθεί με τόσο πάθος και είχαν τόσο ακριβά κερδηθεί, ετοποθέτησε μόνη την άψυχη ελευθερία των εμπορικών συναλλαγών. Με μια λέξη στη θέση της εκμεταλλεύσεως της σκεπασμένης κάτω από ένα ψεύτικο φόρεμα θρησκείας ή πολιτικής, έφερε τη φανερή, την αδιάντροπη, την άμεση και κτηνώδη εκμετάλλευση.

Η αστική τάξη έβγαλε το φωτοστέφανο από όλα εκείνα τα επαγγέλματα, που έως τότε ο κόσμος σεβότανε και εθαύμαζε με θρησκευτική λατρεία. Ο γιατρός, ο δικαστής, ο παπάς, ο ποιητής, ο σοφός, όλοι έγειναν μισθωτοί στην υπηρεσία της.

Η αστική τάξη εξέσκισε τον πέπλο της συγκινήσεως και της αισθηματικότητος, που εσκέπαζε την οικογένεια, και ο οικογενειακός δεσμός δεν έγεινε πια παρά μια υπόθεση χρήματος.

Η αστική τάξη έδειξε πώς η εκδήλωση της κτηνώδικης δυνάμεως, η οποία τόσο θαυμαζότανε στο μεσαίωνα, κατέληξε στην πιο αξένοιαστη τεμπελιά. Έδειξε, πράμα που δεν το είχε κάμει κανείς πρωτήτερά της, τι μπορεί να κατορθώσει η ενεργητικότης του ανθρώπου. Έκαμε θαύματα εντελώς αλλοιώτικα από τις πυραμίδες της Αιγύπτου, τα ρωμαϊκά υδραγωγεία και τις γοτθικές εκκλησίες· έκαμε εκστρατείες εντελώς διαφορετικές από εισβολές και σταυροφορίες.

7. Για να υπάρξει όμως η αστική τάξη έχει ανάγκη από μιαν αδιάκοπη μεταμόρφωση των εργαλείων της παραγωγής, επομένως και των όρων της παραγωγής και του συνόλου των κοινωνικών όρων. Απεναντίας, η αδιατάραχτη διατήρηση του παλιού τρόπου παραγωγής είταν ουσιώδης όρους της υπάρξεως για όλες τις βιομηχανικές τάξεις του παρελθόντος. Εκείνο που αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα της αστικής εποχής, είνε η αδιάκοπη ανατροπή της παραγωγής, είνε ο ατελείωτος κλονισμός όλων των κοινωνικών όρων, είνε η αιώνια αβεβαιότης και κίνηση. Τα κοινωνικά δεσμά, απείραχτα έως τότε μέσα στη σκουριά τους, με τη συνοδεία τους από ιδέες και παραδόσεις αρχαίες και σεβαστές, συντρίβονται τώρα. Αλλά και ο νέος σχηματισμός της κοινωνίας παλιώνει πριν ακόμα βρει καιρό αρκετό για να θεμελιωθεί στερεά. Το πνεύμα της ακινησίας και της μονιμότητος διαλύεται, ως καπνός, καθετί, που είταν ιερό βρίσκεται ταπεινωμένο και είνε πια ανάγκη οι άνθρωποι να αντιμετωπίσουν με το καθαρό μάτι της πραγματικότητος την ανθρώπινη ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις.

8. Η ανάγκη, που έχει η αστική τάξη ν’ ανοίξει στα προϊόντα της νέες αγορές ολοένα πειό μεγάλες, τη σπρώχνει σ’ ένα αφηνιασμένο δρόμο απάνω σ’ όλη την επιφάνεια της σφαίρας. Της χρειάζεται να χωθή παντού, να εγκατασταθή παντού, να απλώσει παντού το δίχτι των ανταλλαγών της.

Με το άνοιγμα της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη επέβαλε την κοσμοπολιτική μορφή στην παραγωγή και στην κατανάλωση όλων των χωρών. Αφαίρεσε από τη βιομηχανία την εθνική της εκδήλωση, πράμα που λύπησε πολύ τους αντιδραστικούς. Οι παλιές εθνικές βιομηχανίες εκμηδενίστηκαν, και η καταστροφή τους εξακολουθεί κάθε μέρα. Παραχωρούν τη θέση τους σε νέες βιομηχανίες των οποίων η παραδοχή είναι για όλους τους πολιτισμένους λαούς ζήτημα ζωής ή θανάτου, σε βιομηχανίες, που παράγουν όχι πια με εγχώριες πρώτες ύλες, αλλά με πρώτες ύλες παρμένες από τους πειό μακρυνούς τόπους και οι οποίες παράγουν όχι πια μόνο για την εγχώρια κατανάλωση, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο. Οι παληές ανάγκες, για τις οποίες αρκούσαν τα εθνικά προϊόντα, έκαμαν τόπο σε νέες ανάγκες, που απαιτούν για την ικανοποίησή τους τα προϊόντα των πειό μακρυνών χωρών και κλιμάτων. Οι παληοί φραγμοί, που οχυρωνότανε πίσω τους η μοναχική και ευτυχισμένη ειρήνη υπάρξεων τοπικών και εθνικών, γκρεμίστηκαν τώρα μπροστά στο ατέλειωτο πολύπλοκο σύστημα των ανταλλαγών, που δημιουργούν μεταξύ των εθνών μια στενή και πολύπλοκη αλληλοεξάρτηση. Η υλική παραγωγή, η πνευματική παραγωγή, γίνονται διεθνείς. Τα πνευματικά έργα που παράγει κάθε έθνος είναι κοινό αγαθό για όλα. Από τα αποκλειστικά και περιωρισμένα έργα που γράφτηκαν για ένα μόνο λαό, από τις τόσες εθνικές και τοπικές φιλολογίες, γεννιέται μια παγκόσμια φιλολογία.

9. Τελειοποιώντας με μια θαυμαστή ταχύτητα το σύνολο των οργάνων της παραγωγής, κάνοντας τις συγκοινωνίες ασυγκρίτως ευκολώτερες, η αστική τάξη φέρνει παντού τον πολιτισμό εκεί που επικρατούσε πρώτα η βαρβαρότης. Τα φτηνά της προϊόντα είνε το βαρύ πυροβολικό που γκρεμίζει όλα τα Κινέζικα τείχη, και αναγκάζει τους βαρβάρους τους πειό πολύ ποτισμένους με το μίσος του ξένου, να συνθηκολογήσουν. Υποχρεώνει όλα τα έθνη του κόσμου να παραδεχτούν, αν δεν προτιμούν την καταστροφή, το δικό της τρόπο στην παραγωγή· τα υποχρεώνει να δεχτούν αυτό που ονομάζεται πολιτισμός, δηλαδή να γίνουν κι αυτά αστικά. Με μια λέξη, δημιουργεί έναν κόσμο σε όλα όμοιο με αυτήν.

10. Η αστική τάξη έκαμε την πόλη κυρίαρχη απάνω στα χωράφια. Δημιούργησε τεράστιες πόλεις, αύξησε το πληθυσμό τους άπειρες φορές περισσότερο από τον πληθυσμό της εξοχής και απέσπασε ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού από την απλοϊκή αγροτική ζωή. Και, όπως υπέταξε την εξοχή στην πόλη, έτσι εξάρτησε και τις βάρβαρες ή σχεδόν βάρβαρες χώρες από τις πολιτισμένες χώρες, τους λαούς των χωρικών από τους λαούς των αστών, την Ανατολήν από τη Δύση.

11. Η αστική τάξη σταμάτησε και κάθε μέρα σταματάει περισσότερο το κομμάτιασμα των μέσων της παραγωγής, της ιδιοκτησίας, του πληθυσμού. Έχει συσσωρεύσει τον πληθυσμό, έχει κεντρικοποιήσει τα μέσα της παραγωγής, έχει συγκεντρώσει την ιδιοχτησία μέσα σε λίγα χέρια. Μοιραίο επακολούθημα είταν η πολιτική συγκέντρωση. Οι ανεξάρτητες επαρχίες, μόλις συνδεόμενες μεταξύ τους, έχοντας η καθεμιά τα συμφέροντά της, τη νομοθεσία της, την Κυβέρνησή της, τους φόρους της, συσφίχτηκαν και ζυμώθηκαν τώρα σ’ ένα έθνος με ενιαία κυβέρνηση, ενιαία νομοθεσία, ένα ομαδικό συμφέρον τάξεως, ένα ενιαίο φορολογικό σύστημα.

13. Είδαμε πώς, από τη φεουδαλική κοινωνία γεννήθηκαν τα μέσα της παραγωγής και της καταναλώσεως που έκαμαν δυνατό το σχηματισμό της αστικής τάξεως. Είδαμε, ότι όταν αυτοί οι τρόποι της παραγωγής και αυτά τα μέσα της συγκοινωνίας έφτασαν σε ένα ωρισμένο σημείο της εξελίξεως και της αναπτύξεώς τους δεν μπορούσαν πια να συμβιβαστούν με τους όρους παραγωγής και ανταλλαγής της φεουδαλικής κοινωνίας, με τη φεουδαλική οργάνωση της γεωργίας και της χειροτεχνίας, με μια λέξη, με το φεουδαλικό σύστημα της ιδιοκτησίας. Όλο αυτό το σύστημα σκλαβώνει την παραγωγή αντί να την βοηθάει. Κάθε του εκδήλωση είναι και μια αλυσσίδα για την παραγωγή. Έπρεπε αυτές οι αλυσσίδες να συντριβούν: και η συντριβή τους δεν άργησε.

Απάνω στα συντρίμματα αυτού του καθεστώτος εγκατεστάθηκε το καθεστώς του ελεύθερου συναγωνισμού με τους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς, που πηγάζουν απ’ αυτόν, με την οικονομική και πολιτική παντοδυναμία της αστικής τάξεως.

16. Με τη νεώτερη βιομηχανία, το μικρό εργαστήρι του πατριαρχικού τεχνίτη μεταμορφώθηκε στο μεγάλο εργοστάσιο του βιομηχάνου κεφαλαιούχου. Πλήθη εργατών, στριμωγμένων στο εργοστάσιο, οργανώνονται στρατιωτικά. Είνε οι απλοί στρατιώτες της βιομηχανίας, και υπάρχει μία ολόκληρη ιεραρχία υπαξιωματικών και αξιωματικών για να τους επιβλέπουν. Δεν φτάνει, που είνε οι δούλοι της αστικής τάξεως, του αστικού Κράτους. Κάθε μέρα και κάθε ώρα είνε υποδουλωμένοι στην μηχανή, στον επιστάτη, προ πάντων στον ίδιο τον αστό εργοστασιάρχη. Ταπεινός, μισητός και ανυπόφορος δεσποτισμός, που δείχνει ολοένα πειό φανερά το μοναδικό του σκοπό, το κέρδος.

17. Όσο λιγότερη ικανότητα και φυσική δύναμη απαιτεί η δουλειά των χεριών (και απαιτεί ολοένα λιγότερη όσο αναπτύσσεται η νεώτερη βιομηχανία), βλέπουμε τη δουλειά των γυναικών να αντικαθιστά την ανδρική δουλειά. Οι διαφορές φύλου και ηλικίας δεν έχουν πια κοινωνική σημασία για την εργατική τάξη. Οι εργάτες δεν είνε πια παρά όργανα της δουλειάς, που τα έξοδα της συντηρήσεώς τους διαφέρουν αναλόγως φύλου και ηλικίας.

18. Και όταν μια φορά τελειώσει η εκμετάλλευση του εργάτη από τον εργοστασιάρχη, και πληρωθεί το μεροκάματο με πρόσβαρη μονέδα, η εκμετάλλευση πάλι δεν τελείωσε. Αμέσως τρέχουν τα άλλα είδη των αστών, ο ιδιοχτήτης, ο έμπορος, ο ενεχυροδανειστής, κλπ., που γδέρνουν τον εργάτη".

("Κομμουνιστικό Μανιφέστο". Έκδ. Σοσιαλ. Εργ. Κόμματος - Αθήναι 1919, σελ. 24-33).

Έτσι, καθώς είδαμε, το οικονομικόν φαινόμενον, οι οικονομικοί όροι της κοινωνίας, καθωρισμένοι εκ των τεχνικών όρων και σχέσεων της παραγωγής, καθορίζουν και τα άλλα κοινωνικά φαινόμενα.

Να, το οικογενειακόν φαινόμενον, το αρχαιότερον όλων παίρνει τη μορφή του ανάλογα από την εξέλιξη των οικονομικών όρων της κοινωνικής ζωής. Αι πρώται κοινωνίαι του φυσικού, πρωτογόνου, αυτομάτου κομμουνισμού δεν γνωρίζουν την οικογένειαν. Σιγά-σιγά η συνεργασία που επιβάλλουν οι οικονομικοί όροι της παραγωγής δημιουργεί την πολυγαμικήν οικογένειαν. Όταν η παραγωγή έχει οικογενειακή κομμουνιστική μορφή, ο ρόλος της διευθύνσεως πέφτει στη γυναίκα, γιατί ο άνδρας πολεμά ή κυνηγά. Τότες η κοινωνία είναι μητριαρχική, η γυναίκα κυριαρχεί. Αλλ’ αυτό βαστά λίγο. Η ατομική ιδιοκτησία διαλύει τον οικογενειακό κομμουνισμό, ρίχνει τη γυναίκα απ’ τη θέση της, την υποδουλώνει στον άνδρα, γεννιέται η πατριαρχική οικογένεια, πολυγαμική στην αρχή, μονογαμική έπειτα· ο νεώτερος καπιταλισμός με το προλεταριάτο διαλύει την οικογένεια, αυξάνει την πορνεία, οι ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων γίνονται εμπόριο, παύουν να έχουν την ειδυλλιακήν εκείνη μορφή που περιγράφουν τα ρομάντζα.

Το ηθικόν φαινόμενον, η ηθική, ποίαι δηλ. πράξεις αναγνωρίζονται ως καλαί και είναι επαινεταί από την κοινωνίαν και αντιθέτως ποίαι πράξεις θεωρούνται κακαί και προκαλούν την κατηγόρια της κοινωνίας δεν είναι άλλο παρά αποτέλεσμα της οικονομικής ζωής. Και η ηθική εξυπηρετεί ένα πρακτικόν σκοπόν, την συντήρισιν και αρμονίαν της κοινωνικής ζωής. Τούτο ανεγνώρισε και ο Σπένσερ ("Principles of Ethics"). Εις κοινωνίαν ελευθέρας συνεργασίας η ηθική αναπληρώνει και τους νομικούς κανόνας. Εις κοινωνίαν (τάξεων χωριστών) εξαναγκαστικής συνεργασίας δια την παραγωγήν (δουλική οικονομία, φεουδαλική οικονομία δουλοπαροίκων, αστική οικονομία ημερομισθίων) η ηθική παίρνει δύο τύπους, και χωρίζεται εις διδασκομένην και ασκουμένην ηθικήν.

Η πρώτη εξυπηρετεί τα συμφέροντα της κρατούσης τάξεως και ασφαλίζει την συντήρησιν ορισμένου κοινωνικού καθεστώτος απέναντι των ανατρεπτικών του δυνάμεων, η δευτέρα ασκείται, όπου δεν συγκρούεται με την εξυπηρέτηση του κοινωνικού καθεστώτος αμέσως. Έτσι λ.χ. σήμερα η πορνεία, η μοιχεία, η αποπλάνησις κόρης θεωρούνται κακίαι, η κοινωνία τας κατηγορεί, τα δικαστήρια τας τιμωρούν και όμως όλη η κοινωνία τας διαπράττει.

Η αστική τάξη ξελαρυγγίζεται υπέρ της ιδέας της ελευθερίας και όμως φωνάζει κατά των μικροαστών, που θέλουν να της περιορίσουν την ελευθερίαν της τοκογλυφίας και της αισχροκερδείας, διότι την ελευθερία την εννοεί, ως ελευθερία της αστικής μόνον τάξεως. Οι μικροαστοί πάλιν φωνάζουν υπέρ της ελευθερίας και κατά του προστατευτικού εμπορίου και μαζύ είναι σύμφωνοι όλοι τους κατά της ελευθερίας του προλεταριάτου να απεργήση και γκρινιάζουν υστερικώτατα σε κάθε απεργία. Κάθε κοινωνική τάξη έχει την ηθική της, διότι έχει καθεμιά τα ξεχωριστά συμφέροντά της.

Ο μέσος όρος της επικρατούσης εις κάθε τόπον ηθικής είναι ανάλογος με τον μάλλον επικρατούντα τύπον οικονομίας και την επικρατούσαν κοινωνικήν τάξιν. Τα ηθικά παραγγέλματα αλλάζουν κατά εποχάς και κατά λαούς με διάφορον οικονομικόν βίον. Οι Εσκιμώοι, λέγει, ο Letourneau, που ζουν σε φυσικόν κομμουνισμό, δεν γνωρίζουν ούτε το ψέμμα, ούτε την κλοπήν, εγκλήματα ποτέ δεν κάνουν. Τα ζώα που πιάνουν είναι κοινά. Απαγορευμένας πράξεις και ποινάς δεν έχουν εκτός από μίαν: την εκ της φυλής εξορίαν του μη θέλοντος να εργασθή. Οι Φουεγίνοι, λέγει ο Δάρβιν, δεν ξεχωρίζουν το δικό σου από το δικό μου. Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες δεν θεωρούν κακό πράγμα την κλοπή, αρκεί να μην ανακαλύπτεται. Ο Μωυσής είπεν "οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος". Ο Χριστός είπε "και ει τις σε ραπίσει επί την παρειάν στρέψον αυτώ και την άλλην". Και σήμερα μ’ όλο το χριστιανικό μας πολιτισμό ξαναγυρνούμε εις το Μωυσαϊκό νόμο, που ο Χριστός απεκήρυξε και όχι μόνο αποδίδωμε κακόν αντί κακού, αλλά και κάτι περσότερο.

Στον Ευρωπαϊκό πόλεμο είδαμε να ρίχνουν οι Γερμανοί στο Βέλγιο εκατομμύρια μικροβίων εξολοθρευτικών ασθενειών απάνου σε άμαχο και φτωχό χωριάτικο πληθυσμό, επειδή οι αφέντες του είχαν βάλει τους στρατεύσιμους άνδρες του χωριού να πολεμήσουν τους Γερμανούς, που παραβίασαν την ουδετερότητα του Βελγίου. Κι’ ακόμα ο Χριστός είπε "ο μη εργαζόμενος μη εσθιέτω". Και η χριστιανική εκκλησία σηκώνεται κατά του σοσιαλισμού, που θέλει να καθαρίσει την κοινωνία από τους αέργους κεφαλαιοκράτες. Ο άεργος φτωχός περιφρονείται από τον πλούσιο μέτοχο της Τραπέζης, που είναι αιωνίως άεργος. Και μάλιστα καταδιώκεται και από την αστυνομία, που φυλάει με τους φτωχούς στρατιώτες και χωροφύλακες τα χρηματοκιβώτια του πλουσίου. Αυτά αρκούν για να φανή αν μπορούν αι ηθικαί ιδέαι να είναι ανεξάρτητοι των οικονομικών όρων της κοινωνικής συγκροτήσεως κάθε εποχής.

Αλλά και το νομικόν φαινόμενον, η νομική συνείδησις, αι νομικαί πράξεις, ήτοι το φαινόμενον κατά το οποίον η κοινωνία αναγνωρίζει πράξεις ως απαγορευομένας και επιβάλλει ποινάς, εξελίσσεται κατά την εξέλιξιν του οικονομικού φαινομένου. Οι νομικοί θεσμοί ακολουθούν μάλιστα τα ηθικά παραγγέλματα, που διδάσκονται σε κάθε εποχή. Αι πράξεις που θεωρούνται εκάστοτε απηγορευμέναι, αι νομικαί υποχρεώσεις του ανθρώπου, όλαι αι νομικαί σχέσεις, η βάσις της νομικής διαρρυθμίσεως, όλα αυτά στηρίζονται απάνου στις οικονομικές ανάγκες κάθε εποχής και εις το συμφέρον της επικρατούσης εις κάθε εποχή κοινωνικής τάξεως. Κάθε νέα τάξις που επικρατεί ανατρέπει τας ιδέας περί δικαίου και συνεπώς όλη τη νομική βάσι των θεσμών. Προ αιώνων ήδη (1690) είπε ο Άγγλος φιλόσοφος Locke: "όπου δεν υπάρχει ιδιοκτησία δεν υπάρχει και αδικία. Αυτό είναι τόσο βέβαιο σαν Ευκλείδειον αξίωμα. Διότι, αφού η ιδιοκτησία είναι δικαίωμα επί κάποιου πράγματος, η δε αδικία είναι η επέμβασις ή παραβίασις δικαιώματος, έπεται ότι η δευτέρα δεν μπορεί να υπάρχη χωρίς την πρώτη".

Και πράγματι εις τους Εσκιμώους, Φουεζίνους και άλλους ημιαγρίους λαούς, όπου υπάρχει ο πρωτογενής, αυτόματος, φυσικός, ανοργάνωτος κομμουνισμός, και δεν αναγνωρίζεται ιδιοκτησία, δεν υπάρχουν και αδικήματα. Όλα τα αδικήματα σήμερα βάσιν έχουν άμεσην ή έμμεση την ιδιοκτησία. Και η εξέλιξη του ποινικού δικαίου αποδεικνύει ότι τούτο ακολούθησε την εξέλιξη της οικονομικής ζωής, και από εκεί εκανόνιζε τα παραγγέλματά του. Εις την περίοδο της φυσικής οικονομίας περσότερο ισχύει ο νόμος, που λέγεται του αντιπεποιθότος. Όταν ο δούλος όμως άρχισε να έχη οικονομική σημασία, ποινή είναι η απώλεια της ελευθερίας και η μεταβολή του πταίστου εις δούλον. Εις την χρηματικήν οικονομίαν την εκδίκησιν και την σωματικήν ποινήν αντικατέστησεν εις πολλά η χρηματική ικανοποίησις. Σήμερα και η βαρύτερη ύβρις αποτιμάται εις χρήματα, που εξαγοράζουν την ψυχικήν οδύνην!

 

fwsulismos012

(Σπύρος Κουρσάρης: Το σινιάλο)

Το ίδιο συμβαίνει και με τους θεσμούς περί της προσωπικής των πολιτών καταστάσεως. Το ίδιο και με τη νομοθεσία επί των πραγμάτων. Είναι τόσο φανερή η αλήθεια ότι η νομοθεσία δεν είναι άλλο παρά καθιέρωσις οικονομικών καταστάσεων, που ο Άγγλος νομομαθής Dicey είπε: "Από τη νομοθεσία ενός λαού μπορεί κανείς να καταλάβει ποιά τάξις είνε εις αυτόν η επικρατούσα". Εις την αρχαιότητα ο δούλος δεν θεωρείται υποκείμενον δικαίου, εις τον Μεσαίωνα ο κολλήγος, χωρικός καλλιεργητής των κτημάτων των μεγάλων γαιοκτημόνων, φεουδαρχών, βαρόνων και ιπποτών, θεωρείται μέρος της γης, πουλιέται μαζύ με τη γη, που καλλιεργεί, δεν μπορεί να χωρισθή από τη γη, που καλλιεργεί. Η αστική τάξη, που ζήτησε δικαιώματα ισότητος και ελευθερίας στη Γαλλική Επανάσταση, τώρα τα αρνείται εις την εργατική τάξη και την καταδιώκει, διότι είνε η τάξη, που αντιτίθεται εις τα συμφέροντά της.

Η δουλεία στη Ρώμη έπεσε μόνον, όταν ανεπτύχθη ο καπιταλισμός και η δουλειά του κολλήγου, ήταν παραγωγικώτερη από του σκλάβου. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νεαπόλεως Γ. Σαλβιόλι εις το βιβλίο του "Ο Καπιταλισμός εις την Ρώμην" αναφέρει πολλά τερτίπια, που έκαναν οι πάτρωνες (αφεντάδες Ρωμαίοι) για να απελευθερώνουν τους δούλους των και να τους χρησιμοποιούν ως κολλήγους δια τας γεωργικάς των εργασίας, εκεί όπου η εργασία για να είναι παραγωγική εχρειάζονταν κάποιο ενδιαφέρον και όχι απλώς μηχανική δουλειά, όπως εις τα μεταλλεία λ.χ., όπου οι εκμεταλλευόμενοι δούλοι έφθασαν εις την στάσιν του Σπαρτάκου. Η εποχή αυτή συμπίπτει με τον Χριστιανισμό, εις τον οποίον εσφαλμένως αποδίδεται η κατάργηση της δουλείας. Ο Παύλος είπε ότι "ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, αλλ’ ενώπιον του πατρός του εν ουρανοίς και ουχί του επί της γης καθεστώτος".

"Απαράβατος κανών του Αποστόλου είναι" λέγει ο Ρενάν ("Ο Απόστολος Παύλος", Ελλ. Μετάφρ. Βουτσινά, έκδ. Βασιλείου Αθήνα 1923, τόμ. Β', σελ. 35) "ότι έκαστος πρέπει να μένη εις την κατάστασιν, όπου εκλήθη. Αν εκλήθη περιτετμημένος να μη αποκρύπτη την περιτομήν· αν απερίτμητος να μη περιτέμνηται, αν παρθένος να μένη παρθένος· αν ύπανδρος να παραμένη ύπανδρος· αν δούλος να μη ανησυχή δι’ αυτό, μάλιστα δε, και αν ειμπορή να λυτρωθή να μένη δούλος". ("Α' προς Κορινθίους επιστολή", Ξ. 21). Εις την εποχήν του Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου (του Αγίου Κωνσταντίνου) και του Ιουστινιανού ακόμα η δουλεία επισήμως δεν είχε καταργηθή και νομικώς ήτο ανεγνωρισμένη (βλ. Guizot - "Histoire de la Civilisation en Europe", Κεφ. Β'). Εις τα Μοναστήρια και τας Επισκοπάς, όπου περιήλθον διά δωρεών ή άλλως πως κτήματα, τσιφλίκια, ειργάζοντο δούλοι, οι οποίοι μάλιστα κατ’ αντίθεσιν προς τους δούλους των λαϊκών τσιφλικίων ωνομάζοντο αγιόδουλοι!

Και οι περί ιδιοκτησίας θεσμοί υπέστησαν ανάλογον εξέλιξιν. Έτσι αποδείχνεται ότι το νομικόν φαινόμενον της κοινωνίας, η νομική συνείδησις, δεν είνε κάτι τι που απορρέει από τις ιδέες, την ιδέα του δικαίου κλπ. Η ιδέα του δικαίου είνε μόνο η ιδεώδης παράστασις της συντηρήσεως της κοινωνικής οικονομικής καταστάσεως κάθε εποχής.

Έτσι και η εκάστοτε μορφή του πολιτικού φαινομένου, ποιος δηλ. άρχει σε κάθε εποχή, περισσότερο από κάθε άλλο φαινόμενο καθορίζεται από την οικονομική μορφή της κοινωνίας, από τις σχέσεις της παραγωγής, τη θέση των κοινωνικών τάξεων. Η κυβέρνησις ενός τόπου δεν είνε τίποτε άλλο παρά η επιβολή μιας θελήσεως επί της κοινωνίας. Η θέλησις, που επικρατεί σε κάθε εποχή είνε η θέλησις της επικρατούσης, μεταξύ των αγωνιζομένων, κοινωνικής τάξεως, διότι εκείνης τα συμφέροντα εξυπηρετούν σε ωρισμένη στιγμή την πρόοδον της κοινωνίας.

Αλλά δια να επικρατήση πολιτικώς μία τάξις μεταχειρίζεται βίαν, βίαν εναντίον της τάξεως, που χάνει την οικονομικήν και συνεπώς και την πολιτικήν σημασίαν και βίαν κατά της τάξεως, που γεννιέται, σαν αντίθεσή της μέσα εις την επικράτησή της. Γι’ αυτό η επικρατούσα τάξις χρησιμοποιεί το Κράτος. Η λέξις Κράτος θα πη βία, επικράτησις. Το Κράτος, η πολιτική εξουσία κάθε χώρας εγεννήθηκε, όταν άρχισαν με την διαφοροποίηση των οικονομικών συμφερόντων να φανερώνωνται αι κοινωνικαί τάξεις. Ατομική ιδιοκτησία, κοινωνικαί τάξεις, Κράτος, εφάνηκαν στον κόσμο μαζύ. Όσο δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία, κοινωνικαί τάξεις, ομάδες ιδιοκτητών και ακτημόνων, Κράτος δεν υπήρχε, ή το πολύ ήταν μια έννοια ηθικής επιβολής. Το Κράτος είνε προϊόν βίας, εκπροσωπεί την βία, αφ’ ότου αι αντιθέσεις των κοινωνικών τάξεων απαιτούν βίαιη επιβολή της μιάς τάξεως επάνω στην άλλη, δια να εξασφαλισθή η επικράτησις της μιάς. Οσονδήποτε και αν χάση μία τάξις την οικονομική της σημασία στην κοινωνία, όμως δεν εννοεί να χάση και την πολιτική και αγωνίζεται πάντοτε κατά της τάξεως, που επικράτησε. Παράδειγμα, η αριστοκρατική τάξις των παλαιών φεουδαρχών και γαιοκτημόνων που αγωνίζεται κατά του σημερινού Κράτους των αστών, που αποτελεί πρόοδον απέναντί τους και ζητεί να γυρίση πίσω την πρόοδο για να επικρατήση αυτή.

Οι αστοί, κρατώντας τη βία του Κράτους αγωνίζονται και κατά των αριστοκρατών και κατά του προλεταριάτου, που είνε η τάξη που διαμφισβητεί την πολιτική εξουσία από τους αστούς, διότι εκπροσωπεί την πρόοδο απέναντι των αστών, των οποίων η οικονομική σημασία στην κοινωνία μικραίνει, όσο ο ρόλος των χάνεται μπροστά στο ρόλο του προλεταριάτου, που χωρίς αυτό ολόκληρος ο βιομηχανικός και εμπορικός πολιτισμός του αστικού καθεστώτος είνε αδύνατον να σταθή. Οι αστοί έχασαν σήμερα από τα χέρια τους το καθεστώς, όπως οι αριστοκράτες το είχαν χάσει προ 150 ετών. Σήμερον το καθεστώς ολόκληρο, την κοινωνίαν όλην την έχουν ουσιαστικώς στα χέρια τους οι προλετάριοι. Εκείνοι αν δεν δουλέψουν, όλη η κοινωνική ζωή σταματάει. Και έχοντας αυτή τη δύναμη, αυτή την υπεροχή στην οικονομική ζωή μέσα στην κοινωνία, αν απαιτήσουν να καταργηθή η ατομική ιδιοκτησία των αστών επί των μέσων της παραγωγής θα γίνη, διότι άλλος εκτός των προλεταρίων σήμερα δεν μπορεί να διατηρήση την ζωήν της κοινωνίας.

Έτσι, καθώς αλλάζοντας οι τεχνικοί όροι με την ανακάλυψη του ατμού εγέννησαν την τάξη των αστών και έρριξαν την αξία των φεουδαρχών γαιοκτημόνων και των βιοτεχνών, έτσι, πάλι, αλλάζοντας οι τεχνικοί όροι με την ανάπτυξη της μηχανικής, των μεγάλων εργοστασίων, εγέννησαν το προλεταριάτο, που, καθώς παίζει τον σπουδαιότερο οικονομικό ρόλο στην κοινωνία, αρχίζει να γίνεται η πειό σημαντική, η δυναμικώς επικρατούσα τάξη και θα πάρη συνεπώς γρήγορα και την πολιτική εξουσία στα χέρια του δια να κατευθύνη την κοινωνία κατά τα συμφέροντά του, αφού αυτό είνε η επικρατούσα οικονομική δύναμις εις την κοινωνία. Εννοείται δεν είνε εις όλες τις χώρες ακόμη το ίδιο ανεπτυγμένο το προλεταριάτο, ούτε ακόμη έλαβε συνείδηση της θέσεώς του και του ρόλου, που παίζει στην κοινωνία διά να κατευθύνη συνειδητά τον αγώνα του κατά της τάξεως, που δεν θέλει να του αναγνωρίση κοινωνικώς και πολιτικώς τη θέση, που ο οικονομικός του ρόλος στην κοινωνία του δίνει.

 

fwsulismos013

(Γιάννης Καβάσιλας: Εργοστάσιο «Δεσύλλα»)

Ο ευρωπαϊκός πόλεμος ετράνταξε αρκετά το αστικό καθεστώς και εφάνηκε κάπως και στα μάτια των πειό καθυστερημένων προλεταρίων η δύναμη και η θέση του προλεταριάτου. Μένει στα σοσιαλιστικά κόμματα να διαφωτίσουν το προλεταριάτο και να κατευθύνουν συνειδητά τον αγώνα του κατά της αστικής τάξεως μέσα στο σημερινό αστικό καθεστώς, δείχνοντας με τα πράγματα, πως οι αστοί χάνοντας όλη μέρα, εξ αυτής της οικονομικής εξελίξεως, τη σημασία των επί της οικονομικής ζωής της κοινωνίας, μη μπορώντας να εξασφαλίσουν μετά το τράνταγμα του Ευρωπαϊκού πολέμου, ούτε την παραγωγή, ούτε την ανταλλαγή, ούτε την κυκλοφορία των προϊόντων κατά τρόπον ωφέλιμον εις όλα τα μέλη της κοινωνίας, διότι η εξυπηρέτησις του ατομικού των συμφέροντος αντιμάχεται τα συμφέροντα του συνόλου, πρέπει να παραχωρήσουν την θέση των εις τους προλεταρίους, που ταυτίζουν αυτά τα δύο συμφέροντα κατά τον καλλίτερο τρόπο. Από το αστικό Κράτος θα περάσουμε έτσι στην Προλεταριακή Δημοκρατία.

 

fwsulismos014

 

Η πολιτειακή μορφή του Κράτους σε κάθε εποχή είνε λοιπόν καθωρισμένη από το αποτέλεσμα της δράσεως των διαφόρων κοινωνικών δυνάμεων των κοινωνικών τάξεων. Μοναρχία, όταν λίγοι άνθρωποι κρατούν στα χέρια τους την οικονομική ζωή της κοινωνίας, δημοκρατία όταν περισσότεροι και πάντοτε μοναρχική ή δημοκρατική κυριαρχία μιας τάξεως επί της άλλης. Μοναρχία στο μεσαίωνα, δημοκρατία μικροαστών, κοινοβουλευτική δικτατορία σήμερα των μεγάλων αστών κατά των προλεταρίων και μικροαστών. Ο αριθμός των μελών των κοινωνικών τάξεων δεν σημαίνει. Σημασίαν έχει η οικονομική αξία, ο ρόλος της κάθε τάξεως εις την κοινωνίαν.

Έτσι ολόκληρος η πολιτική κατευθύνεται από τα συμφέροντα και την διανοητικότητα της επικρατούσης τάξεως. Η εσωτερική πολιτική των Κρατών, η εξωτερική, αι διεθνείς των σχέσεις, οι πόλεμοι, αι συνθήκαι, όλαι αι πολιτικαί πράξεις καθρεφτίζουν τας περιπετείας της αστικής τάξεως εις τον αγώνα να επικρατήση και να διατηρήση την επικράτησή της εναντίον των άλλων εχθρών της κοινωνικών τάξεων.

Η νομοθεσία, που είνε η θέληση του Κράτους, ακολουθεί τη γραμμή των πολιτικών σκοπών της κρατούσης τάξεως. Η πολιτική είνε η πρακτική δράση της κρατούσης τάξεως.

Η κίνηση αυτή επηρεάζει ακόμη και ιδεολογικά φαινόμενα της κοινωνίας, κάθε θρησκεία, φιλοσοφία, τέχνη.

"Ο πνευματικός κόσμος της θρησκείας", λέγει ο Μαρξ, "δεν είνε άλλο παρά η αντανάκλασις του πραγματικού κόσμου. Κοινωνία εις την οποίαν το προϊόν της εργασίας παίρνει την μορφήν εμπορεύματος, όπου, συνεπώς, η συνηθέστερη σχέση μεταξύ των παραγωγών είνε η σύγκριση της αξίας των παραγομένων πραγμάτων, και έτσι τα πράγματα συγκρίνονται κατά τρόπον απόλυτον, αδιαφοροποιήτου εργασίας, τοιαύτη κοινωνία βρίσκει τον καλλίτερον θρησκευτικόν τύπον εις τον Χριστιανισμόν, με την λατρείαν του εις τον απόλυτον άνθρωπον και κυρίως εις την αστικήν του ανάπτυξιν, θεϊσμός, προτεσταντισμός κλπ. Εις τους ασιατικούς και αρχαίους εν γένει τρόπους παραγωγής, η μεταμόρφωση του προϊόντος εις εμπόρευμα είνε περιωρισμένη. Αι παραγωγικαί σχέσεις είνε απλαί, το προσωπικόν στοιχείον παίζει μεγαλείτερον ρόλον. Ο κατώτερος βαθμός αναπτύξεως των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας, που χαρακτηρίζει τους οργανισμούς τούτους, και έχει τον αντίκτυπό του, φυσικά, εντός ολοκλήρου του συμπλέγματος και της εξελίξεως της υλικής ζωής, η στενότης των σχέσεων αντικαθρεπτίζονται εις τις παληές εθνικές θρησκείες". (Κ. Μαρξ, "Το Κεφάλαιον", τόμ. Α', κεφ. α').

Αν η αρχική μορφή της θρησκείας είναι ο ανθρωπομορφισμός, φυσικόν είναι οι άνθρωποι να δώσουν και κοινωνική ζωή εις τους θεούς των και σχέσεις με τους ανθρώπους, σαν τη ζωή του καθεστώτος, εις το οποίον ζουν. Αι δημοκρατίαι των αρχαίων Ελλήνων απέδωσαν δημοκρατική μορφή εις τη συμβίωση των θεών των και ισοπολιτεία με τους ανθρώπους. Οι θεοί συζητούν και παλαίουν με τους ανθρώπους ως ίσοι προς ίσους. Υπάρχουν και κατώτερα είδη δουλικών θεοτήτων. Ο ανατολικός Πατριαρχισμός των Εβραίων εγέννησε το Μονοθεϊσμό. Όσον και αν επολέμησαν το χριστιανισμό οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες, όμως τον εδέχθησαν όταν είδαν ότι γινόμενοι αρχηγοί Μονοθεϊστικής θρησκείας δίδουν νέα βάση και θείον κύρος εις την Αυτοκρατορία τους. Έτσι ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος παρ’ όλα τα εγκλήματά του γίνεται αρχηγός της Εκκλησίας, και ανακηρύσσεται απ’ αυτήν Άγιος. Ο Θεός Ζευς στις Ελληνικές δημοκρατίες εκπροσωπεί την παγκόσμια αρμονία και συμπίπτει με την παγκόσμια λογική, που κυβερνά τον κόσμο, και που ο άνθρωπος μπορεί να εξηγήση και να ελέγξη. Στις μονοθεϊστικές θρησκείες, στον αυτοκρατορικό σκοτεινό μεσαίωνα, ο Θεός είνε μυστηριώδης δύναμις, που ο καθένας χρέος έχει να υποτάσσεται δουλικώς.

Έτσι το ίδιο παρατηρούμε και εις την εμφάνιση των τεχνών, και των επιστημών και της φιλοσοφίας που γεννάται εκ των πορισμάτων των επιστημών. Ομιλώντας ο Μαρξ δια την τεχνολογία, συστηματική δηλαδή μελέτη των τεχνικών μέσων κάθε εποχής, γράφει: "Η μελέτη της τεχνολογίας διασαφηνίζει τον τρόπο της δράσεως του ανθρώπου, όχι μόνον απέναντι της φύσεως, τον τρόπον δηλ. παραγωγής της υλικής ζωής και της καταγωγής συνεπώς των υλικών σχέσεων, αλλ’ ακόμη και απέναντι των πνευματικών διαθέσεων και ιδεών, που προκύπτουν εξ αυτών". Και η ανάπτυξη των επιστημών ακόμη είναι υποταγμένη στην οικονομικήν εξέλιξη. Η επιστήμη είναι παρατήρηση, ανάλυση, εξήγηση. Η παρατήρηση σε κάθε εποχή είναι προηγμένη τόσο όσο της επιτρέπουν τα υλικά μέσα. Όσον δε και αν φαίνεται αφηρημένη ουχί σκόπιμη ενέργεια, η αλήθεια είναι ότι όλες οι επιστήμες προέκυψαν από πρακτικήν ανάγκη και πρακτικούς σκοπούς. Η γιατρική, η φυσική, η γεωγραφία, η μηχανική είναι φανερό πώς προήλθαν. Η αστρονομία εβγήκε από την αστρολογία, τη γνώση δηλ. της σημασίας της κινήσεως των αστέρων και την ικανότητα ή επιδράσεως επ’ αυτών (μαγεία) ή προρήσεως του μέλλοντος (μαντεία). Το ίδιο και η χημεία εβγήκε από την Αλχημεία. Ακόμη και τα μαθηματικά προέκυψαν από πρακτικούς όρους μετρήσεως (γεωμετρία θα πη: μέτρηση της γης). Και τα ανώτερα μαθηματικά από ανάγκη μετρήσεως ακόμη πολυπλοκωτέρων πραγμάτων. Η ανάπτυξη της χημείας (στερεοχημεία, μοριακή χημεία) κλπ., η ανάπτυξη της ηλεκτροδυναμικής και ηλεκτροχημείας κλπ. επηρεάζει τα μαθηματικά, που προσπαθούν να βρουν σταθερή ποσοτική διατύπωση εις τις ποιοτικές διαφορές των φαινομένων.

Αφ’ ης η νεωτέρα τεχνική ανέπτυξε μηχανικά, αστρονομικά εργαλεία, μικροσκόπια, χημικά μέσα κλπ. οι επιστήμες επροώδευσαν και η επιστημονική διανόηση επλάτυνε. Επίσης η κοινωνική σύνθεση, βασιζόμενη κατά τα ανωτέρω εις την οικονομική συγκρότηση, ευκολύνει ή δυσκολεύει την αφιέρωση των πολιτών εις τας επιστήμας. Αναλόγως δε της κινήσεως αυτής επηρεάζεται και η επιστημονική μανταλιτέ εν γένει και η πορεία της.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε και με τη φιλοσοφία γενικώς. Η ανάγκη της γενικής εξηγήσεως του σύμπαντος, που είναι ανάγκη διανοητική, υπακούει εις πρακτικάς ανάγκας και πρώτα απ’ όλα εις ανάγκην να διατυπωθή γενικώς και με απόλυτον τρόπον η θέσις από την οποίαν να αναχωρεί ο άνθρωπος εις την λύσιν των ηθικών (της συμπεριφοράς) και κοινωνικών γενικώς προβλημάτων. Τούτο το ανεγνώρισαν ήδη οι σημερινοί φιλόσοφοι. Ο γάλλος καθηγητής Rey εις το σύγχρονο βιβλίο του "Η νεωτέρα Φιλοσοφία" γράφει: "Όλα τα φιλοσοφικά συστήματα καταρτίζονται δια να δικαιολογηθούν αι μορφαί της κοινωνικής δράσεως. Τούτο βλέπομεν σήμερον εις τα νεώτερα φιλοσοφικά συστήματα, που ανέλαβαν την επίθεση κατά του παλαιού ορθολογισμού, για να αποφύγουν τα συμπεράσματα, που αυτός επέβαλεν επί της δράσεως. Διά τούτο ζητούν, άλλα συστήματα με βάσιν το αίσθημα, το ένστικτον κλπ. Η επιτυχία έγεινε το μέτρον της αληθείας. Η φιλοσοφία έτσι δεν είναι παρά ηθικολογική θεωρία (doctrine morale)". Είδαμε παραπάνω τι είναι εκείνο, που εκάστοτε καθορίζει τας ηθικάς αξίας και τα ηθικά συστήματα. Αναλυτική και βαθειά έρευνα θα μπορούσε να βρη κάτω από κάθε φιλόσοφο την οικονομική μανταλιτέ της εποχής του ή της τάξεώς του. Τούτο ήδη έκαμε κάπως ο Έγκελς εις τη μελέτη του για τον Φόιερμπαχ και εις το φιλοσοφικό του έργο "ο Αντι-Ντιούριγκ". Με πολλή βαθύτητα εργάσθηκε κατά τον τρόπον αυτόν ο Λενίν (Ν. Λένιν - "Υλισμός και εμπειροκριτικισμός" - Μόσχα 1909) και ο Β. Σουλιατίκωφ ("Η δικαιολόγηση του καπιταλισμού εις τη φιλοσοφία της Δυτικής Ευρώπης. Από τον Καρτέσιο μέχρι του Μαχ", Μόσχα 1908). Ο τελευταίος αυτός συγγραφέας κάνει επιγραμματικώτατες παρατηρήσεις για τη φιλοσοφία του Καρτεσίου ("όπου ο κόσμος οργανούται κατά το πρότυπον χειροτεχνικής επιχειρήσεως"), του Σπινόζα ("του οποίου η πανθεϊστική περί κόσμου αντίληψη είναι ύμνος προς το κεφάλαιο, που αρχίζει να θριαμβεύη και να τα συγκεντρώνει όλα"), του Καντ, του Χιουμ, του Φίχτε ("που η θεωρία του περί λειτουργιών είναι το αντίστοιχο του πνεύματος της ειδικοποιήσεως"), του Αβενάριους, του Μαχ, του Βουντ. Το ίδιο συμβαίνει και με την καλλιτεχνία. Η μουσική στην αρχή δεν ήταν άλλο τίποτε παρά μέσον οργανώσεως της εργασίας, διά του ρυθμού του τραγουδιού ή του οργάνου, που συντονίζοντας την δουλειά πολλών μαζύ έκανε την εργασία παραγωγικώτερη. Η φιλοσοφία, λοιπόν, οι επιστήμες, οι τέχνες προκύπτουν από πρακτικούς σκοπούς, και από την ιδεοποίηση πρακτικών μέτρων για την μελέτη του κόσμου, του ανθρώπου, της κοινωνίας. Αι ιστορικαί περιπέτειαι των λαών είνε και αυταί αποτέλεσμα της εξελίξεως του αγώνος των κοινωνικών τάξεων, που τον κανονίζει η εξέλιξη του καθεστώτος, των σχέσεων, που δημιουργεί ο τρόπος της παραγωγής, ως τον καθορίζουν οι εκάστοτε τεχνικοί όροι.

Έτσι ολόκληρη η ιστορία, η ιστορική εξέλιξη των λαών εις τας ηθικάς, πνευματικάς, πολιτικάς και κοινωνικάς γενικώς εκδηλώσεις της, καθορίζεται κατά πρώτον λόγον από τα υλικά στοιχεία της κοινωνικής οικονομικής ζωής, ως την καθορίζουν αι τεχνικαί συνθήκαι της παραγωγής, μέσα εις το δεδομένον φυσικόν περιβάλλον, και το οικονομικόν καθεστώς, που αι συνθήκαι αυταί δημιουργούν, καθεστώς παραγωγής και κυκλοφορίας των οικονομικών αγαθών, συγκοινωνίας, εμπορίου, διανομής των αγαθών και του παραγομένου εισοδήματος μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, που αυτό πάλιν το οικονομικόν καθεστώς δημιουργεί. Αι οικονομικαί συνθήκαι καθορίζουν και τας νομικάς και πολιτικάς συνθήκας ενός τόπου, ακόμα και τας πνευματικάς, ήτοι τας διαφόρους ιδεολογίας, πολιτικάς και φιλοσοφικάς.

Δεν πρέπει όμως να νομισθή ποτέ ότι η εξήγησις αυτή της ιστορίας είνε μηχανική εξήγησις. Ότι αυτομάτως και μηχανικώς προκύπτουν από την οικονομική διαρρύθμιση της κοινωνίας όλα τα φαινόμενα. Η σειρά και ο τρόπος, που αναπτύσσονται τα κοινωνικά φαινόμενα μέσα από την πλεγμένη και πολύπλοκη οικονομική διαρρύθμιση της κοινωνίας είνε ζήτημα μελέτης διά να εννοηθή.

Η θεωρία του ιστορικού υλισμού δίδει μόνον την κεντρική γραμμή, τη γενική αιτία της εμφανίσεως και της εξελίξεως των κοινωνικών φαινομένων και ιστορικών γεγονότων. Η παρακολούθηση της διαρκώς ρευστής, ασταθούς οικονομικής συγκροτήσεως και οι αγώνες των κοινωνικών τάξεων καθορίζουν τον κύκλον της ιστορικής δράσεως των εθνών.

 

fwsulismos015

(Γιάννης Καβάσιλας: Εργοστάσιο «Ασπιώτη»)

Μέσα εις τον κύκλον αυτόν, που διαγράφει η οικονομική οργάνωσις της κάθε κοινωνικής εποχής, δρουν και οι πολιτικοί και πνευματικοί παράγοντες. Και έχουν και αυτοί την αξίαν των, αλλά ποτέ δεν μπορούν να ξεπεράσουν την αξία των οικονομικών όρων και παρ’ όλους αυτούς να δημιουργήσουν αυτοί με πολιτική ή πνευματική επίδραση γεγονότα διάφορα εκείνων, που οι οικονομικοί όροι επιβάλλουν. Τούτο δεν συνέβη ποτέ εις την ιστορία. Οι πολιτικοί και πνευματικοί παράγοντες παίζουν τον ρόλον τους, και κανείς δεν δύναται να αρνηθή τούτο, αλλ’ ο ρόλος των είνε βοηθητικός μόνον ή εμποδιστικός εις το να εννοήσουν οι άνθρωποι την οικονομική εξέλιξη και τα αποτελέσματά της. Αλλ’ ο περιωρισμένος αυτός ρόλος των διαρκεί όσο η οικονομική εξέλιξη ενός τόπου είνε βραδεία και ελαφρά. Όταν δια τεχνικούς, υλικούς, οικονομικούς λόγους η εξέλιξη αυτή πάρει οξύτερη μορφή, καθώς συμβαίνει εις την ιστορία μέσα εις την ανταλλασομένη εποχή ήρεμης και ειρηνικής ή βιασμένης και επαναστατικής εξελίξεως, τότε ο ρόλος των οικονομικών όρων παίρνει τέτοιαν ορμή και τόση γυμνότητα, ώστε η θεωρία του ιστορικού υλισμού αποδείχνεται ολοφάνερη.

 

fwsulismos016

(Νίκος Ζερβός: Βιομηχανικό κερκυραϊκό προάστιο Μαντούκι)

Μία τέτοια ιστορική περίοδος είνε η σημερινή μεταπολεμική περίοδος, όπου γυμνότατα εφάνηκε σ’ όλας τας χώρας η απόλυτη υπεροχή του ρόλου των οικονομικών όρων της κοινωνικής ζωής και των οικονομικών όρων της επικρατούσης τάξεως, καθώς αντιτίθενται εις τα συμφέροντα του προλεταριάτου, από τον οποίον ρόλον και αντίθεσιν καθορίζονται γυμνότατα όλα τα πολιτικά ζητήματα, αι θεωρίαι και αι πνευματικαί εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής, χωρίς ούτε αι πολιτικαί θεωρίαι, ούτε αι θρησκείαι, ούτε αι φιλοσοφίαι, ούτε οι μεγάλοι άνθρωποι να μπορούν να τους αντισταθούν.

Οι τεχνικοί, λοιπόν, όροι της παραγωγής της υλικής ζωής διαμορφώνουν την κοινωνική συμβίωση. Οι ίδιοι όροι κατευθύνουν τις επιστήμες, ως πρακτικά μέσα. Τα προβλήματα, που γεννά εις τον άνθρωπον η κοινωνική συμβίωση και που θρησκείες, επιστήμη και φιλοσοφία βάνονται να λύσουν, λύνονται σε κάθε περίοδο κατά το βαθμό της κοινωνικής καταστάσεως κάθε εποχής, που η οικονομική ζωή κυρίως διαμορφώνει και η πάλη των κοινωνικών τάξεων καθορίζει. Υλική και πνευματική ζωή των κοινωνιών, στηριζόμενες βασικά εις την οικονομική ζωή, ακολουθούν την μεταβολήν ταύτης».

 

fwsulismos017

 

Τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της μελέτης του Αριστοτέλη Σίδερι για τον ιστορικό υλισμό στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» το 1922 και παράλληλα σχεδόν με την έκδοση του βιβλίου του «Ο ιστορικός υλισμός» με τα άρθρα εκείνα το 1925, την ίδια αυτή χρονιά κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Γ. Βασιλείου» το βιβλίο «Ο ιστορικός υλισμός» του Γερμανού μελετητή Ερμάν Γκόρτερ, σε μετάφραση Νίκου Λαϊδή. Το είχε προλογίσει ο αγωνιστής διανοούμενος και ιστορικός Γιάννης Κορδάτος, συγκρατούμενος με τον Σίδερι σε ίδιες φυλακές το 1922 για τη δράση τους υπέρ του ΣΕΚΕ, του οποίου ήταν στελέχη.

Η μελέτη εκείνη του Κερκυραίου διανοούμενου και αγωνιστή έχει θεωρηθεί μοναδική στο είδος της, καθώς στο σύνολό της σχεδόν αποτελεί προϊόν δικής του εργασίας για τον ιστορικό υλισμό, αντί για μετάφραση έργου τρίτου. Το γεγονός αυτό και μόνο αρκεί για να γίνει σαφέστερη η ιστορική αξία του έργου του Αριστοτέλη Σίδερι, ο οποίος, αν και στην πορεία υπηρέτησε για λίγο τον σοσιαλδημοκρατικό χώρο πριν αποσυρθεί από την πολιτική σκηνή και αφοσιωθεί στην επιστημονική του δράση στον πανεπιστημιακό χώρο, υιοθετώντας διαφορετικές θεωρητικές θέσεις από εκείνες του Καρλ Μαρξ όσον αφορά την οικονομική θεωρία, ουδέποτε απαρνήθηκε εκείνο το έργο του και συνέχισε να ασπάζεται, όπως δήλωνε, τη μαρξιστική θεωρία του ιστορικού υλισμού.

Αν δεν κάνουμε λάθος, δεν έχει υπάρξει ακόμη παρουσίαση ανάλογης μεμονωμένης εργασίας από Έλληνα διανοούμενο ή αγωνιστή υποστηρικτή της θεωρίας του Καρλ Μαρξ αποκλειστικά για τον ιστορικό υλισμό.

Σύμφωνα με τον Ρώσο θεωρητικό και επαναστάτη Λένιν, θυμίζουμε, ο ιστορικός υλισμός «στάθηκε η μέγιστη κατάκτηση της επιστημονικής σκέψης», καθώς ο Μαρξ «βαθαίνοντας κι αναπτύσσοντας τον φιλοσοφικό υλισμό τον έφερε ως το τέρμα, τον επεξέτεινε από τη γνώση της φύσης στη γνώση της ανθρώπινης κοινωνίας» και έτσι «το χάος και η αυθαιρεσία αντικαταστάθηκαν από μία καταπληκτική, άρτια και αρμονική επιστημονική θεωρία». Στον αντίποδα του ιδεαλισμού αναπτύχθηκε η μόνη, βέβαια, επιστημονική κοινωνική θεωρία.

Επίσης ο Λένιν, που επισήμανε και ανέπτυξε τον δημιουργικό χαρακτήρα της μαρξιστικής φιλοσοφίας, θυμίζουμε ακόμη, υπογράμμιζε πως είναι αντιδιαλεκτικό, μη επιστημονικό και θεωρητικά όχι μαρξιστικό και σωστό «να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει προς τα μπρος ομαλά και κανονικά, χωρίς να κάνει κάποια γιγάντια άλματα προς τα πίσω».

Ο Σίδερις στη μελέτη του δεν αγνόησε ούτε αυτή τη διάσταση. «Δεν πρέπει», σημείωσε, «να νομισθή ποτέ ότι η εξήγησις αυτή της ιστορίας είνε μηχανική εξήγησις. Ότι αυτομάτως και μηχανικώς προκύπτουν από την οικονομική διαρρύθμιση της κοινωνίας όλα τα φαινόμενα (...) Η θεωρία του ιστορικού υλισμού δίδει μόνον την κεντρική γραμμή, τη γενική αιτία της εμφανίσεως και της εξελίξεως των κοινωνικών φαινομένων και ιστορικών γεγονότων. Η παρακολούθηση της διαρκώς ρευστής, ασταθούς οικονομικής συγκροτήσεως και οι αγώνες των κοινωνικών τάξεων καθορίζουν τον κύκλον της ιστορικής δράσεως των εθνών».

Ο Σίδερις (1889-1975) από τα μικρά του χρόνια «γύρισε την πλάτη» στον ιδεαλισμό και τις θεωρίες του, που υπηρετούσαν μάλιστα στην Κέρκυρα και οι επιμέρους ανάλογες θεωρίες του Κερκυραίου φιλόσοφου και πολιτικού του «Μεταρρυθμιστικού Κόμματος» τα χρόνια της αγγλοκρατίας και μετέπειτα υπουργού Εξωτερικών της χώρας, μεγαλέμπορου θιασώτη του καπιταλιστικού συστήματος Πέτρου Βράιλα - Αρμένη (1812-1884), τα έργα του οποίου, όπως οι «Φιλοσοφικές Μελέτες» του και το «Περί πρώτων ιδεών και αρχών» δοκίμιό του, συνέχισαν να προβάλλονται με έμφαση στη διάρκεια του εικοστού αιώνα και αυτό συνεχίζεται και στις ημέρες μας στην Κέρκυρα μέσω της πολύτομης έκδοσης του συνόλου των ιδεαλιστικών φιλοσοφικών έργων του. Ο θετικός χαρακτήρας επιμέρους στοιχείων των μελετών του Βράιλα - Αρμένη, που επισημάνθηκε και από τον ίδιο τον Σίδερι, δεν απέτρεψαν τον Κερκυραίο διανοούμενο και αγωνιστή από το να ασπαστεί την επαναστατική θεωρία του ιστορικού υλισμού, επισημαίνοντας με τη σειρά του πως η κοινωνία κάθε άλλο παρά είναι ένα μηχανικό άθροισμα ατόμων που δήθεν επιτρέπει κάθε λογής αλλαγές σύμφωνα με τις «ιδέες» και τη θέληση των όποιων αρχών της. Ενστερνίστηκε τη μαρξιστική άποψη ότι η μελέτη της εξέλιξης της κοινωνίας πρέπει να ξεκινά από τους τρόπους και τις σχέσεις παραγωγής και όχι από τους θεσμούς και τις «ιδέες», καθώς και ότι, σύμφωνα με τη νομοτέλεια της ιστορικής εξέλιξης, είναι ιστορικά πεπερασμένο το άδικο κιόλας καπιταλιστικό σύστημα κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης. Στο ιστορικό δοκίμιό του για τον ιστορικό υλισμό είναι ευδιάκριτη, μάλιστα, παρά τα όποια προβλήματα πλήρους πρόσληψης και ερμηνείας του έργου του Καρλ Μαρξ, όχι μόνον η ευρυμάθειά του μα και η συνειδητή και επίμοχθη προσπάθεια δημιουργικής συμβολής του στη θεωρία του ιστορικού υλισμού και στην ανάδειξη και κατάλληλη προβολή της στον εργαζόμενο λαό. Ορισμένα μέρη του δοκιμίου του στέκουν, τολμούμε να ισχυριστούμε, αξεπέραστα.

Πέραν του δικού του βιβλίου και εκείνου του Ερμάν Γκόρτερ με ελληνική μετάφραση του Νίκου Λαϊδή και πρόλογο του Γιάννη Κορδάτου επίσης το 1925, άλλα ελληνικά βιβλία με τον τίτλο «Ιστορικός υλισμός» ή αφιερωμένα στη θεωρία του ιστορικού υλισμού κυκλοφόρησαν, αν δεν κάνουμε λάθος, το πρώτο δύο χρόνια μετά, το επόμενο οκτώ χρόνια μετά και επανεκτυπώθηκε το 1945, για να ακολουθήσει ένα πραγματικά νέο βιβλίο την ίδια χρονιά και άλλο το 1956, πριν αρχίσει μια νέα πληθωρική παραγωγή στα μέσα κυρίως και στα τέλη της δεκαετίας του 1970, περίπου μισόν αιώνα μετά από εκείνη την πρώτη έκδοση του Αριστοτέλη Σίδερι.

Αποτελούν, κατά βάση, μεταφράσεις έργων που εκδόθηκαν σε άλλες χώρες.

 

fwsulismos018

 

Προηγήθηκε ωστόσο, μέσα στο 1925, η έκδοση μιας μελέτης που είχε συνταχθεί με εντολή της... Ιεράς Συνόδου της ελληνικής Εκκλησίας. Έφερε τον τίτλο «Ο ιστορικός υλισμός - Εξ επόψεως φιλοσοφικής», παρουσιαζόταν ως «μελέτη απολογητική εντολή της Ι. Συνόδου», την είχε συντάξει και την υπέγραφε ο ήπιων τόνων επιφανής θεολόγος Παναγιώτης Τρεμπέλας και αποτελούσε την απάντηση της Εκκλησίας της Ελλάδας στις προσπάθειες εξάπλωσης της κοσμοθεωρίας του Καρλ Μαρξ στο ελληνικό κοινό.

 

fwsulismos019

 

Μολονότι το δοκίμιο του Ρώσου θεωρητικού και επαναστάτη Νικολάι Μπουχάριν «Θεωρία του ιστορικού υλισμού» κυκλοφόρησε το 1980 από τις εκδόσεις «Μόσχος», η ίδια εργασία του Ρώσου επαναστάτη είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Αναγνωστίδη» πολλά χρόνια νωρίτερα σε μη αναγραφόμενον χρόνο, ως ανατύπωση μάλιστα από απροσδιόριστη πηγή, σε μετάφραση του Δημήτρη Αλεξόπουλου και του Πύρρου Πετρίδη και με επιμέλεια του Διονύσιου Αραβαντινού. Ωστόσο για πρώτη φορά φαίνεται πως είχε κυκλοφορήσει το 1927 από τις εκδόσεις «Αθηνά», σε μετάφραση του κομμουνιστή ηγέτη Παντελή Πουλιόπουλου, που την υπέγραφε με το ψευδώνυμο Φίλιππος Ορφανός.

 

fwsulismos020

 

Το 1933 είχε κυκλοφορήσει μελέτη του Μπόρχαρντ με τον τίτλο «Εισαγωγή στον ιστορικό υλισμό», σε μετάφραση του Θ. Ν. Τσαβέα, από τον εκδοτικό οίκο «Γκοβόστη».

 

fwsulismos021

 

Ακολούθησε, το 1945, από τις εκδόσεις «Τα Νέα Βιβλία» με τίτλο «Διαλεχτικός και Ιστορικός υλισμός» και μεταφρασμένη από τον Φ. Σκοτάδη, η έκδοση της γνωστής ομώνυμης μελέτης του ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης Ιωσήφ Στάλιν.

 

fwsulismos022

 

Το πρώτο επόμενο βιβλίο κυκλοφόρησε το 1956 από τις εκδόσεις «Τυποεκδοτική» με τίτλο «Η θεωρία του ιστορικού υλισμού» και ήταν μετάφραση από τον Κεφαλονίτη μελετητή Γιάννη Δεστούνη του σπουδαίου εκτεταμένου ομώνυμου έργου σχεδόν χιλίων σελίδων που είχε παρουσιάσει συγγραφική ομάδα του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ τα χρόνια 1947-1949. Την έκδοση προλόγιζε ο Γιάννης Κορδάτος και την επιμέλειά της είχε ο αγωνιστής και λόγιος Τάσος Βουρνάς. Λογοκρίθηκε το 1956 και το ίδιο υπέστη το 1958 και το 1960 σε επανεκδόσεις. Τυπώθηκε τότε σε 2.000 αντίτυπα. Το είχαν επανεκδώσει στη διάρκεια της Χούντας, στο εξωτερικό, οι «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις» του ΚΚΕ.

 

fwsulismos023

 

Το ίδιο βιβλίο είχε κυκλοφορήσει επίσης, σε μη αναγραφόμενο έτος, ο εκδοτικός οίκος «Γνώσεις».

 

fwsulismos024

 

Το 1971 κυκλοφόρησε η έκδοση του «αιρετικού» έργου «Βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού» της Χιλιανής κοινωνιολόγου Μάρτα Χόρνεκερ, σε μετάφραση Α. Δημάκου και Χ. Χατζηιωσήφ, από τις εκδόσεις «Παπαζήσης».

 

fwsulismos025

 

Το 1973 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Οδυσσέας» με τίτλο «Ιστορικός υλισμός», σε μετάφραση του Τίτου Μυλωνόπουλου, το ομώνυμο έργο του Ιταλού επαναστάτη Αντόνιο Γκράμσι, που γράφτηκε τα χρόνια 1929-1935 και πρωτοεκδόθηκε το 1948.

 

fwsulismos026

 

Το πρώτο βιβλίο για την ίδια θεωρία του Καρλ Μαρξ μετά τη Χούντα κυκλοφόρησε το 1975 από τις εκδόσεις «Πορεία» με τίτλο «Ιστορικός υλισμός» και ήταν πάλι μετάφραση του παλαιότερου έργου του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ.

 

fwsulismos027

 

Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Τα Νέα Βιβλία» με τίτλο «Τι είναι ιστορικός υλισμός» μελέτη του Ρώσου επιστήμονα Μ. Μ. Σιντόροφ.

 

fwsulismos028

 

Την ίδια μελέτη του Σιντόροφ εξέδωσε το 1978 ο αναπτυσσόμενος πια εκδοτικός οργανισμός του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας «Σύγχρονη Εποχή».

 

fwsulismos029

 

Ακολούθησε, το 1980, η επανέκδοση του έργου παλαιότερου έργου της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, με τον πρόλογο του Κορδάτου, από τις εκδόσεις «Γνώσεις».

Επανεκδόθηκαν κατά την περίοδο αυτή και άλλα από τα βιβλία που προαναφέρθηκαν.

 

fwsulismos030

 

Επίσης, το 1980 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Καρανάση», σε μετάφραση του Μιλτιάδη Κρητικού, το δοκίμιο του Αιγύπτιου-Γάλλου διανοητή Σαμίρ Αμίν «Ο νόμος της αξίας και ο ιστορικός υλισμός».

 

fwsulismos031

 

Έχει εντοπιστεί, ακόμη, ένα άλλο παλαιό, αχρονολόγητο ανάλογο βιβλίο. Είναι μελέτη που επιμελήθηκε κυρίως ο Ρώσος επιστήμονας Αλεξάντερ Σπίρκιν, με τον τίτλο «Διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός», σε μετάφραση του Δημήτρη Κωστελένου, που είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Πλανήτης».

Αναφερόμαστε βεβαίως μόνο σε ελληνικά βιβλία που φέρουν την έννοια του ιστορικού υλισμού στον τίτλο τους. Διότι, ως θέμα, ο ιστορικός υλισμός δεσπόζει φυσικά σε αμέτρητες παλαιότερες και σύγχρονες εκδόσεις για την επαναστατική κοσμοθεωρία, ασφαλώς κυρίως από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» και ειδικότερα σε έργα του Λένιν.

 

fwsulismos032

 

Ο πλούσιος κατάλογος των σχετικών εκδόσεων που διακινεί η «Σύγχρονη Εποχή» περιλαμβάνει άλλωστε και τον συλλογικό τόμο «Ιστορία της ψυχολογίας - Από τη σκοπιά του διαλεκτικού ιστορικού υλισμού», που κυκλοφόρησε με την επιμέλεια του Μ. Μιχαήλ από τον «Όμιλο Εκπαιδευτικού Προβληματισμού - Θέματα Παιδείας» τον Ιούλιο του 2020.

Ας κλείσουμε αυτές τις γραμμές υπενθυμίζοντας λόγια του ίδιου του Αριστοτέλη Σίδερι για το ιστορικό πια βιβλίο του «Ο ιστορικός υλισμός»:

«Αν το βιβλίο τούτο έδινε κάποιαν ώθηση σε ευσυνείδητη μελέτη της ιστορικοϋλιστικής θεωρίας και των σοσιαλιστικών ζητημάτων εν γένει και έτσι συνεπώς σε πιο καλόπιστη και με γνώση συζήτηση των σοσιαλιστικών πραγμάτων, τούτο θάταν η μεγαλύτερη ικανοποίηση δια την μικράν αυτήν εργασία».

* Παρουσίαση, με πολλές προσθήκες και με οριακές τροποποιήσεις/παρεμβάσεις σε κείμενα, υλικών του βιβλίου «Σοσιαλιστικός Όμιλος Κέρκυρας» των Εκδόσεων «Αλκίνοος» του Χρήστου Κορφιάτη που κυκλοφόρησε στην Κέρκυρα το 2011 με κείμενα συνεργασίας των Γιώργου Ζούμπου, Κώστα Θύμη και Αλέκου Πρίφτη και επικουρικό κείμενο του Φίλιππου Φιλίππου, με επιμέλεια του Αλέκου Πρίφτη.

ΑΛΕΚΟΣ ΠΡΙΦΤΗΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΟΥΜΠΟΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΘΥΜΗΣ

3

Please publish modules in offcanvas position.